ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Pin It

2022 04 23

Αριστομένης Ματσάγγας

Περιγραφή ενός ιστορικού εμπειρικού «υποδείγματος»

«Μάταιοι οι την πάσαν οικονομίαν τού Θεού αθετούντες και την της σαρκός σωτηρίαν αρνούμενοι και την παλιγγενεσίαν αυτής ατιμάζοντας…»
(Ειρηναίος)

Ο Γνωστικισμός ήταν ένα ευρύ πνευματικό, θρησκευτικοφιλοσοφικό ρεύμα, που απείλησε σοβαρά την Εκκλησία κατά τον Β’ αιώνα, με έντονες συγκρητιστικές τάσεις από στοιχεία ελληνικά, βαβυλωνιακά, αιγυπτιακά, ιρανικά, ιουδαϊκά (τού αιρετικού Ιουδαϊσμού) και χριστιανικά. Οι εκφραστές αυτού τού ρεύματος, με τη διδασκαλία τους για το Θεό, τον κόσμο, τον άνθρωπο ανέτρεπαν όλο το αποστολικό κήρυγμα της Εκκλησίας και το μυστήριο της θείας Οικονομίας, γιατί:

Δίδασκαν ένα θεό απόλυτα «ξένο» και «άσχετο» προς την ιστορία και τον κόσμο, (αντιϊστορική αντίληψη για το Θεό).
Διέκριναν οξύτατα τον «Αγαθό Θεό» από τον «Δημιουργό Θεό».
Υποτιμούσαν βαθύτατα τον άνθρωπο, την ύλη και τον κόσμο.
Χαρακτηρίζονταν από έναν έντονο αντιϊουδαϊσμό.
Αμφισβητούσαν τον Χριστό της ιστορίας ως τον σαρκωθέντα Θεό Λόγο.
Κήρυτταν ότι η σωτηρία τού άνθρωπου δεν είναι αποτέλεσμα τού λυτρωτικού έργου τού Χριστού και δωρεά τού Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία, αλλά καρπός κάποιας σχέσης με μια μυστική «γνώση», που ο Χριστός εμπιστεύτηκε σ’ έναν από τους Αποστόλους, και η οποία γίνεται κτήμα από τους «πνευματικούς» ανθρώπους της Εκκλησίας.
Στην πνευματική αναμέτρηση που ακολούθησε (σ’ αυτή διακρίθηκαν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και πατέρες τού Β’ αιώνα, όπως ο Ιππόλυτος, ο Τερτυλλιανός, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης, αλλά προ πάντων ο αγ. Ειρηναίος), η Εκκλησία αντιπαρέτασσε τις εξής μέγιστες αλήθειες:

• Ότι ο Θεός της Βίβλου και της Εκκλησίας δεν είναι «άσχετος» και «ξένος» προς τον κόσμο, ένα Απόλυτο Ον, «άφιλο» και «ακοινώνητο», αλλ’ Αυτός που αποκαλύπτεται «εν χρόνω» ως Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, για να σώσει τον κόσμο.

• Ότι δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στον Αγαθό και Δημιουργό Θεό, ανάμεσα στο Θεό της Παλαιάς και στο Θεό της Κ.Δ. Ο Ένας και αυτός Θεός δημιούργησε τον κόσμο, όχι με κάποιες μεσάζουσες θεότητες, αλλά με τα «δυο Του χέρια», τον Λόγο και το Πνεύμα (άγ. Ειρηναίος).

• Ότι ο κόσμος και η ύλη δεν είναι ευτελή δημιουργήματα ενός κατώτερου Θεού, που μια μέρα θα καταστραφούν, αλλά αποτελούν έργα της αγάπης και της ελευθερίας τού Θεού. Κι ένας τέτοιος κόσμος αγιάζεται μέσα στην Εκκλησία και θα μετάσχει στην μεταμόρφωση των πάντων κατά την εποχή των Εσχάτων. Η πτώση τού κόσμου και το κακό δεν έχουν σχέση με την ύλη, αλλά είναι καρπός της ελευθερίας των πρώτων ανθρώπων.

• Ότι ο άνθρωπος δεν αποτελεί κάποιο κρίκο στην όλη καταστροφική πορεία της δημιουργίας, αλλά το τελευταίο έργο τού Θεού, που συγκεφαλαιώνει την υλική και πνευματική πραγματικότητα και καλείται να κάνει, με τη χάρη τού Πνεύματος, τη δική του ανοδική πορεία προς την τελείωση.

• Ότι ο Χριστός, ο μονογενής Υιός τού Θεού και Λόγος, εισέρχεται στον κόσμο και στην ιστορία αληθινά και πραγματικά ως αληθινός άνθρωπος και αληθινός Θεός. Και το κάνει αυτό, όχι για να προσφέρει κάποια ιδιάζουσα «γνώση», αλλά για να ενώσει στο πρόσωπο Του όλη την κτίση τα ουράνια και τα επίγεια. Για ν’ «ανακεφαλαιώσει» όλη την ανθρωπότητα στο Σώμα της Εκκλησίας και να σώσει ολόκληρο τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική ενότητα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια νέα γέννηση, για μια νέα δημιουργία, που ο Υιός τού Θεού γίνεται «υιός τον ανθρώπου», για να οδηγήσει τη νέα ανθρωπότητα της Εκκλησίας εκεί που ο πρώτος Αδάμ δεν μπόρεσε να φτάσει στην αθανασία.

•Ότι εγγυητής και αυθεντικός εκφραστής της αλήθειας δεν είναι κάποια «αριστοκρατική» τάξη ή ομάδα, αλλά η μία και καθολική Εκκλησία, ως αποστολική παράδοση και διαδοχή, ως πίστη και ζωή. Απ’ αυτή την άποψη η αληθινή θεογνωσία και σωτηρία δεν είναι κάποια κρυφή διδασκαλία για εκλεκτούς. Γιατί ο Ιησούς δεν αποκάλυψε τον Εαυτό Του σ’ έναν Απόστολο, αλλά στους Δώδεκα και στη σύνολη κοινότητα της Εκκλησίας. Ούτε είναι καρπός νοησιαρχίας, αλλά μετοχή τού όλου άνθρωπου στη ζωή τού Θεού, όπως αυτή η ζωή αναβλύζει μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και την προσωπική σχέση με τον Τριαδικό Θεό. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ειρηναίος1:

«Ματαιοπονούν δε από κάθε άποψη όσοι λένε ότι το σώμα τού ανθρώπου δεν είναι δεκτικό αφθαρσίας, αμφισβητώντας (κατ’ αυτό τον τρόπο) το όλο μυστήριο της θείας Οικονομίας, αρνούμενοι την σωτηρία τού σώματος και προσβάλλοντας την μεταμόρφωση αυτού (τού σώματος, όταν θα φανερωθεί ο καινούργιος κόσμος τού Θεού). Εάν όμως δε σώζεται αυτό (το σώμα), άρα ούτε ο Κύριος με το αίμα Τον μας ελύτρωσε, ούτε το ποτήρια της Ευχαριστίας είναι κοινωνία τού αίματός Του… Όμως, επειδή είμαστε μέλη αυτού (του Κυρίου) και με την κτίση (με τα υλικά πράγματα της κτίσεως) τρεφόμαστε, τα δε υλικά πράγματα Αυτός μας τα προσφέρει… το κρασί που υπάρχει στο ποτήρια της Ευχαριστίας θεώρησε δικό Του, αίμα μέσα από το οποίο αυξάνει το δικό μας αίμα. Και τον άρτο, που έρχεται από τον υλικό κόσμο, ως δικό Τον σώμα διαβεβαίωσε, μέσα από το οποίο αυξάνουν τα δικά μας σώματα. Αφού λοιπόν το κρασί τού ποτηρίου και ο άρτος είναι δεκτικά τού λόγου τού Θεού και γίνονται Ευχαριστία, αίμα και σώμα Χριστού, και από αυτά αυξάνεται και παίρνει υπόσταση το σώμα μας, πως λένε ότι το σώμα μας δεν μπορεί να δεχτεί τη δωρεά τού Θεού, που είναι η αιώνια ζωή, αφού τρέφεται από το Αίμα και το Σώμα τού Χριστού και αποτελεί μέλος αυτού (τού Σώματος τού Χριστού);».

Στο παραπάνω, λοιπόν, κείμενο ο άγ. Ειρηναίος, εκφράζοντας την όλη ευχαριστιακή Θεολογία και Παράδοση της Εκκλησίας διακηρύττει: Όσοι αρνούνται τον αγιασμό της ύλης και την αφθαρτοποίηση τού ανθρώπινου σώματος, αρνούνται το όλο μυστήριο της θείας Οικονομίας.

Πηγή