ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Pin It

2022 01 30

π. Παντελεήμων, αγιορείτης

Στο μηνολόγιο του Ιανουαρίου ξεχωριστή θέση κατέχει η εορτή των Τριών Ιεραρχών. Πριν να φτάσουμε στην «30η του αυτού μηνός», στην ημέρα της κοινής τους γιορτής, συναντάμε την εορτή του καθενός ξεχωριστά μέσα στον ίδιο μήνα. Την 1η Ιανουαρίου την εορτή του Μ. Βασιλείου · την 25η του Γρηγορίου του Θεολόγου και την 27η του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Πραγματικά ξεχωριστό εορταστικό γεγονός. Η Εκκλησία μας τίμησε με εξαιρετικό τρόπο τη μνήμη τους και δεν παρέλειψε να τους παρουσιάσει μπροστά στα μάτια των πιστών, ως πρότυπα ζωής, αγιότητας και μοναδικά παραδείγματα για μίμηση, που μπορούν σε κάθε εποχή να εμπνέουν τον κάθε άνθρωπο.

Για την ιστορία του γεγονότος αξίζει να αναφέρουμε ότι το 1842 η Σύγκλητος του πανεπιστημίου Αθηνών αποφάσισε ομόφωνα να εορτάζεται η μνήμη των Τριών Ιεραρχών επίσημα, και τους έθεσε προστάτες των Ελληνικών Γραμμάτων και της Παιδείας του Έθνους μας. Από τότε καθιερώθηκε αυτή η εορτή σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης.

Τη ζωή των Τριών Ιεραρχών σημάδεψαν κάποια πολύ ξεχωριστά γεγονότα. Η σχέση τους με τα ελληνικά γράμματα, η πίστη τους στο Χριστό και η αγάπη τους για τον άνθρωπο.

Είναι αλήθεια και δεν επιδέχεται μια αντίρρηση ότι οι τρεις αυτοί Πατέρες της Εκκλησίας μας, απόκτησαν μοναδική για την εποχή τους ελληνική μόρφωση. Αγάπησαν τον ελληνικό λόγο και τον εγκολπώθηκαν όσο η φύση τους μπορούσε να δεχτεί λόγο, κατάρτιση και σοφία. Αυτό τους βοήθησε να αναπτύξουν στο μέγιστο βαθμό τα πνευματικά χαρίσματα, που διέθεταν. Στην εποχή τους, εποχή μεγάλων ανακατατάξεων και αμφισβητήσεων, είχαν το χάρισμα να διακρίνουν την αλήθεια από την πλάνη και το ωφέλιμο από το περιττό και επιζήμιο. Καταρτίστηκαν και κατόρθωσαν να φτάσουν στη μοναδική σύνθεση. Συνδύασαν την κλασσική ελληνική σοφία με το χριστιανικό πνεύμα. Τον ορθό λόγο της κλασσικής Ελλάδας και την ορθή πίστη – δόξα της Ορθοδοξίας. Αυτή η ιδεώδης σύνθεση δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά ποτέ έως σήμερα.

Ο «Έλλην νους», που απόκτησαν με σκληρή μαθητεία στα ελληνικά γράμματα, έπρεπε να αποκαθαρθεί και να δοκιμαστεί μέσα στην ασκητική έμπνευση και εμπειρία της Θεολογίας της ερήμου, για να απελευθερωθεί από κάθε διανοητική και ωφελιμιστική απάτη. «Η αφώτιστος ψυχή αδύνατός εστιν προς νόησιν». Γι’ αυτό είναι απαραίτητο η γνώση και η μάθηση να συνδέονται πάντοτε με την αρετή και τον αγιασμό. Ο ιερός Χρυσόστομος ξεκαθαρίζει τις έννοιες, όταν ομιλεί για την Παιδεία, την οποία θεωρεί «μετάληψιν αγότητος». Η ιερότητα της Παιδείας συνδέεται άμεσα με την προσωπική «ασκητική της ζωής». Γι’ ατό και οι Τρεις Ιεράρχες μετά τις σπουδές τους και πριν αναλάβουν το έργο να διδάξουν και να ποιμάνουν το λαό του Θεού, πήγαν στην έρημο και ασκήτεψαν. Νήστεψαν, προσευχήθηκαν, αγωνίστηκαν πνευματικά, μελέτησαν τον άνθρωπο μέσα από το Λόγο του Θεού και την προσωπική τους παρατηρησία και αυτοεξέταση, απόκτησαν ανθρωπογνωσία και πρόσθεσαν στο λόγο της κοσμικής γνώσεως τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, «ίνα άρτιος η ο του Θεού άνθρωπο», φτάνοντας στη θεογνωσία. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Ρώσος την καταγωγή και μεγάλος ακαδημαϊκός δάσκαλος, έχει τονίσει πως η Ορθόδοξη Θεολογία και το Ορθόδοξο πνευματικό ήθος δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν σωστά, μακριά από τη θαυμαστή σύνθεση του ελληνικού και του χριστιανικού στοιχείου. Αυτή τη σύνθεση υπηρέτησαν οι Τρεις Ιεράρχες με το λόγο και τη ζωή τους.

Το ερώτημα που τέθηκε στον πρώτο χριστιανισμό και έφτασε έως και τα χρόνια των μεγάλων αυτών Πατέρων, κι αργότερα απασχόλησε τους χριστιανούς μέχρι και την εποχή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και που έφτασε ακόμη και στις μέρες μας, είναι το εξής: «Τι θα αποδεχθεί και τι θα απορρίψει ο Χριστιανισμός από την κλασσική ελληνική Παιδεία»; Μπροστά σ’ αυτό το ερώτημα βρέθηκαν και οι Τρεις Ιεράρχες και μάλιστα στην εποχή τους ήταν αισθητά έντονο.!!!

Ποια μπορεί να είναι η σχέση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό και ιδιαίτερα με τον ανθρωπισμό; Ο ανθρωπισμός έχει «μέτρο» όλων των πραγμάτων τον άνθρωπο. «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος». Η αξιολόγηση όλων των θεμάτων που αφορούν στον άνθρωπο, στη ζωή, στη σχέση του με τους άλλους, στη σχέση του με τον εαυτό του… ακόμη και με τη κτίση ολόκληρη, κρίνονται και ρυθμίζονται μόνο με τα ανθρώπινα δεδομένα. Κι αυτό σημαίνει πως όλα αυτά περικλείουν μέσα τους το στοιχείο της ατέλειας. Ο άνθρωπος ως ύπαρξη είναι ατελής. Πάθη και αδυναμίες τον κυριεύουν και κυριαρχούν επάνω του. Σκοπιμότητες τον καταδυναστεύουν. Τέλος, αυτός ο θάνατος τον εκμηδενίζει. Αν το μέτρο της ζωής είναι ο άνθρωπος, τότε οδηγούμαστε σε αδιέξοδο. Η ζωή του ανθρώπου είναι «άπορος» και «αμήχανος», όπως μας την περιγράφει η αρχαία Τραγωδία. Ο απ. Παύλος για το θέμα αυτό γράφει στους Ρωμαίους: «Ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ό ου θέλω κακόν τούτο πράσσω». Και πιστοποιώντας το πλήρες αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η ανθρώπινη ύπαρξη, συμπληρώνει το λόγο του γράφοντας λίγο πιο κάτω: «… ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου»;

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν αρνήθηκαν τον άνθρωπο σε καμιά περίπτωση. Μάλιστα επεσήμαναν αυτό το αδιέξοδο στην ανθρώπινη ύπαρξη. Στοχάστηκαν, μελέτησαν το πρόβλημα και πρότειναν τη λύση: Είδαν τον άνθρωπο μέσω του Θεανθρώπου. Η μόνη λύση στο άλυτο πρόβλημα της ανθρώπινης ατέλειας είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός!!! Σ’ Αυτόν βρίσκεται η τελειότητα. Έκαναν τον ελληνικό ανθρωπισμό Χριστοκεντρικό και έδωσαν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να οδηγηθεί στον αγιασμό και στη θέωση. Αυτοί βρήκαν τον τρόπο να λύσουν το πρόβλημα μέσα από την ασκητική εμπειρία και την αγιοπνευματική ζωή, όπως είπαμε. Γι’ αυτό και στην πράξη έγιναν μοναχοί, ποιμένες, επίσκοποι – ιεράρχες, όπως ακριβώς τους γνωρίζουμε στην Παράδοσή μας, και όχι φιλόσοφοι ή κοινωνικοί επαναστάτες. Καθαρίστηκαν από τα πάθη και τις αδυναμίες τους, μέσω της ασκήσεως, και στη συνέχεια με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και την πίστη, δίδαξαν αυτή τη ζωή, έγιναν «διδάσκαλοι της οικουμένης» και ταυτόχρονα υπηρέτησαν τον άνθρωπο.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας θεωρούνται και είναι θεμελιωτές του «χριστιανικού ανθρωπισμού», με αφετηρία και βάση τη ζωή του Χριστού, που σημαίνει ότι ο ανθρωπισμός τους στηρίχτηκε πάνω στις αρετές του Χριστού, στην αγάπη, τη φιλανθρωπία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Εκκλησία δεν λειτουργεί ως θρησκευτική εξουσιαστική δύναμη, αλλά ως κοινότητα αδελφοποίησης όλων των ανθρώπων αδιάκριτα. Διαφορετικά δεν είναι Εκκλησία Χριστού, αλλά ένα κοσμικό κατασκεύασμα θρησκευτικού τύπου, που, ως τέτοιο, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου!!!

Η επικαιρότητα της εορτής των Τριών Ιεραρχών είναι αναντίρρητη.

Καλούμαστε όλοι μας να μάθουμε και να δούμε τον κόσμο και το μέλλον του με ελπίδα, αισιοδοξία και δημιουργικότητα, όπως εκείνοι. Μπροστά στα αδιέξοδα της εποχής μας το χριστιανικό – ευαγγελικό μήνυμα, όπως το βίωσαν και το παρουσίασαν οι Τρεις Ιεράρχες, είναι μοναδικό, λυτρωτικό και αναντικατάστατο.

Πηγή