ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΦΩΤΙΟΣ Ο ΚΕΡΑΣΙΩΤΗΣ. Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΚΑΛΛΙΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΑΜΑΣΤΑΣ

Pin It

2022 01 09 1

Ευαγγέλου Θεοδώρου

Αναρίθμητοι Έλληνες σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας με βαθειά συγκίνηση δέχθηκαν την είδηση για την εκδημία προς Κύριον του πνευματικού τους πατέρα ιερομονάχου γέροντα Φωτίου, ο οποίος κατά κόσμον λεγόταν Αντώνιος Σκάνδαλος. Ο γέροντας Φώτιος αναδείχθηκε κατά πάντα άξιος διάδοχος του μακαριστού γέροντα Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου. Η κοίμησή του έγινε την 03.45 ώρα τα ξημερώματα της Μ. Τρίτης 30ης Απριλίου 2013 στην κλινική «Υγεία».

Επιφυλασσόμενοι να παρουσιάσουμε προσεχώς πληρέστερα την προσωπικότητα και το έργο του, περιοριζόμαστε αφ’ ενός στο παρόν δημοσίευμα να σκιαγραφήσουμε τους κυρίως σταθμούς της ζωής του και την ακτινοβολία του πνευματικού του πορτραίτου, αφ’ ετέρου να περιγράφουμε συνοπτικά στιγμιότυπα από την εντυπωσιακή μεταφορά του στην Κερασιά του Αγίου Όρους (σε υψόμετρο 750 μ.), όπου έγινε η κηδεία του.

Ο πατέρας Φώτιος γεννήθηκε την 10ην Δεκεμβρίου 1933 στο Λημέρι της Ευρυτανίας σε υψόμετρο 920 περίπου μέτρων. Από την παιδική του ηλικία απέκτησε ζωηρά θρησκευτικά βιώματα με την επίδραση τόσον των ευσεβών γονέων του, όσον και του φυσικού περιβάλλοντος του χωριού του. Υψώνοντας τα μάτια του είτε την ημέρα στις υψηλές κορυφές του βουνού «Λιάκουρα» (σε ύψος μέχρι 2200 μ.) είτε τις νύχτες στα λαμπερά άστρα που χαρίζουν μυστηριακή γοητεία στη σιγαλιά του μεγαλόπρεπου τοπίου, ένοιωθε την ψυχή του να πλημμυρίζει από αισθήματα λατρείας προς τον Δημιουργό και Πλάστη των πάντων. Η παιδική αυτή εμπειρία τον συνόδευε σε όλη του την ζωή και κρατούσε μέσα του άσβεστη την φλόγα της νοσταλγίας για τα υψηλά βουνά. Η νοσταλγία του αυτή ήταν η γενεσιουργός αιτία του γεγονότος ότι διάλεξε να καταναλώσει σχεδόν τη μοναστική του ζωή κοντά η πάνω στα ψηλά βουνά (όπως θα αναφέρουμε πιο κάτω στην Πεντέλη, στην Κερασιά του Αγίου Όρους στο βουνό Καλλίδρομος της Φθιώτιδας.

Εγκύκλια μόρφωση έλαβε ο νεαρός Αντώνιος πρώτα στη γενέτειρά του και στη συνέχεια στο Περιστέρι της Αττικής, όπου το έτος 1947 μετακόμισε η πολύτεκνη οικογένειά του. Ως ευσεβής νέος δίδαξε κατηχητικά μαθήματα σε παιδιά της ενορίας του αγίου Αντωνίου (πολιούχου στο Περιστέρι). Εργαζόμενος την ημέρα φοίτησε σε νυκτερινό σχολείο. Μόνο στις δύο τελευταίες τάξεις του τότε Γυμνασίου (σημερινού Λυκείου) πήγε στο ημερήσιο σχολείο. Διψώντας για μόρφωση, σπούδασε στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία πήρε το πτυχίο του το έτος 1954, και στη Θεολογική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου, από την οποία έλαβε το πτυχίο του το 1970.

Φώτιος ιερομόναχος Κερασιώτης (1933-2013) ως λαϊκός

Ως νομικός εισήλθε στο Δικαστικό Σώμα και υπηρέτησε ως Ειρηνοδίκης και Πάρεδρος Πρωτοδίκης στη Χαλκίδα. Η επιτυχία του στην πρώτη δύσκολη δίκη του ήταν προμήνυμα για μια λαμπρή δικαστική σταδιοδρομία. Αλλά η κλήση του από τον Θεό και η επαφή του με ακτινοβόλες μορφές του νεωτάτου ελληνικού Μοναχισμού ανέφλεξαν και ανερρίπησαν τη φλόγα ενός ζωηρού πόθου να στραφεί και αυτός προς τον αγγελικό μοναστικό βίο. Στην αρχή καθοδηγήθηκε από τον αείμνηστο πρωτοπρεσβύτερο π. Αγγελο Νησιώτη και ιδίως από τον μακαριστό αρχιμανδρίτη Παντελεήμονα Μπαρδάκο (τον μετέπειτα Μητροπολίτη Σάμου), που ήταν φορεύς του ανακαινιστικού πνεύματος της ατύπως και αθορύβως διακονούσης τότε την Εκκλησία Αδελφότητος Θεολόγων «Χάρις». Το έτος 1965 γνωρίζει τον γέροντα π. Πορφύριο και στη συνέχεια έως τις αρχές Μαρτίου τού έτους 1966 συγκατοικεί είτε στα Καλίσια Πεντέλης μαζί του, είτε κατά τις επισκέψεις και διαμονές του στο Άγιο Όρος με τον Πατέρα Θεόκλητο Διονυσιάτη στην Ι. Μονή Διονυσίου ή με τον πατέρα Παΐσιο στο κελλί του.

Την 19η Μαρτίου 1966, σε ηλικία 33 ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην Ι. Μονή Πετράκη (Αθήνα). Ακολούθως, κατόπιν μαρτυρίας του ιερομονάχου Γαβριήλ Διονυσιάτου, εκάρη μοναχός από τον τότε Ηγούμενο της Ι. Μονής Πετράκη πατέρα Χαράλαμπο Βασιλόπουλο με το μοναχικό όνομα Φώτιος. Την 20η Μαρτίου 1966 χειροτονήθηκε διάκονος στον Ι. Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Αιγάλεω και στην συνέχεια την 19η Ιουνίου 1966 στον Ι. Ναό Αγίου Ελευθερίου Γκύζη, πρεσβύτερος με το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη από τον τότε Μητροπολίτη Φθιώτιδος κυρό Δαμασκηνό, ο οποίος και τον ενέγραψε στην Ι. Μονή Αγάθωνος. Στο Μοναχολόγιο της Ι. αυτής Μονής ο τότε Ηγούμενος Γερμανός Δημάκος γράφει παρατήρηση, κατά την οποία ο π. Φώτιος «είναι σεμνός και ενάρετος με απόλυτον συνέπειαν εις το «ο εξελέξατο ιερό επάγγελμα. Ο Θεός ας τον ενισχύη».

Έως ότου λάβει το πτυχίο του εκ της Θεολογικής Σχολής το έτος 1970 κατοικούσε στην Ι. Μονή Πετράκη (με ηγούμενο τον π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο). Την 2α Ιουνίου 1970 ανεχώρησε για την Κερασιά του Αγίου Όρους (υψόμετρο 720 μ.), όπου υπετάγη στον γέροντα Πορφύριο, ο οποίος ήταν στα Καυσοκαλύβια (σε υψόμετρο 170 μ.) και τον οποίο είχε ήδη γνωρίσει από το 1965 στην Πολυκλινική Αθηνών και στα Καλίσια. Εκεί, την 24η Σεπτεμβρίου 1977, έγινε Μεγαλόσχημος. Από το 1971, κατά τις περιόδους των νηστειών, κατέβαινε στην Ι. Μητρόπολη Αργολίδος, όπου με την ευλογία του οικείου Μητροπολίτου, ασκούσε το έργο του εξομολόγου πνευματικού στην Ι. Μονή του αγίου Θεοδοσίου και στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Πέτρου.

Το 1978 με τη φροντίδα του γέροντα Πορφυρίου εγκαταβίωσε ως διάδοχός του στον περίβολο του Ι. Ναού του Αγ. Νικολάου Καλισίων και εκεί έμεινε επί εικοσαετίαν, προσφέροντας πνευματική βοήθεια σε πλήθος επισκεπτών και προσκυνητών, που συνέρρεαν καθημερινά για εξομολόγηση, και ενισχύοντας με λειτουργίες, κήρυγμα και αγρυπνίες τη λεγομένη «οικογένεια των Καλισίων» δηλαδή τον σταθερό κύκλο πνευματικών παιδιών του, για τα οποία ο πατήρ Φώτιος και τα Καλίσια ήταν οι συνδετικοί τους κρίκοι.

Ο πόθος του γέροντα Φωτίου για το Άγιο Όρος τον έφερε στο κελλί του Αγίου Δημητρίου Κερασιάς, τον Μάιο του 1998. Το κελλί αυτό τον 19ο αιώνα ανήκε στον επιφανή ιερομόναχο Χατζηγιώργη, τον οποίο ο πατήρ Παΐσιος έχει εξυμνήσει ως άγιον. Ένας σοβαρός τραυματισμός του και τα πολυετή σοβαρά αιματολογικά προβλήματά του υποχρέωσαν τον πατέρα Φώτιο να επιστρέψει και να παραμείνει στην Αθήνα προς θεραπείαν. Τότε, κατόπιν πρωτοβουλίας του Σεβ. Μητροπολίτη Φθιώτιδας κ. Νικολάου, την 24η Ιουνίου 1999 εγκαταστάθηκε ως εφημέριος και πνευματικός της Ι. Μονής Δαμάστας (σε υψόμετρο 750 μ. στο βουνό Καλλίδρομος της Φθιώτιδας), όπου παρέμεινε έως την κοίμησή του.

Ενεθάρρυνε τον εξωραϊσμό της Ιεράς αυτής Μονής και συνετέλεσε στην αναβάθμιση του δυναμικού των μοναστριών της με δύο μορφωμένες πνευματικές θυγατέρες του. Πρόκειται για τη σημερινή Ηγουμένη Ιωάννα, η οποία έχει κάμει λαμπρές πολυετείς σπουδές στην Ωτορινολαρυγγολογία στη Γερμανία και Αγγλία και έγινε πνευματικό του τέκνο το 1993 στα Καλίσια, και για την αδελφή Πελαγία, η οποία έχει συνδεθεί με τον π. Φώτιο από την εποχή της πνευματικής του παρουσίας στο Άργος.

Από τη Δαμάστα επί 7,5 χρόνια αρκετές φορές μετέβαινε στην Αθήνα, για να υποβάλλεται επί 7,5 χρόνια με ιώβεια υπομονή σε θεραπεία. Τέλος, χωρίς να είναι δυνατό να στέκεται όρθιος και να περιπατεί μισοξαπλωμένος πάνω σε ανάκλιντρο μέσα στο δωμάτιό του, δεχόταν προς εξομολόγηση.

Ο πατήρ Φώτιος είχεν όλα τα χαρίσματα που είχε και ο γέροντάς του Πορφύριος, ο οποίος, όπως εύστοχα γράφει η κ. Αμαλία Βουλγαράκη ήταν «διορατικός και προορατικός», «χαμογελαστός γέροντας της καλοσύνης, της σοφίας της βαθειάς γνώσεως των Πατέρων, της ταπεινοφροσύνης, της υπομονής, της πλήρους κατανόησης και της χωρίς όρια αγάπης για τον πονεμένο σύγχρονο άνθρωπο» («Και σήμερα γίνονται θαύματα», εκδ. Μαΐστρου, Αθήνα 2012, σ. 30). Η γλυκειά αυστηρότητά του συνδυαζόταν με επιείκεια που ήταν αποτέλεσμα της συνηθισμένης στους Πατέρες «Οικονομίας», η οποία πάντοτε καταφεύγει σε δικαστική αναζήτηση και εξιχνίαση ελαφρυντικών μέσα στις ευρύτερες ψυχολογικές και πνευματικές συναρτήσεις της ζωής των εξομολογουμένων. Κατά την εύστοχη επισήμανση του Σεβ. Μητροπολίτη Φθιώτιδος κ. Νικολάου, η αγιότητά του βοήθησε τον π. Φώτιο να ζήσει όλη την τραχύτητα της μοναστικής ζωής, για να σκορπίζει στον κόσμο γλυκύτητα. Ενώ δεν μιλούσε πολύ, με την μορφή του κέρδιζε την αγάπη του κόσμου. Πολλές φορές μόνο με κάποιο μορφασμό του προσώπου του προέτρεπε σε κάτι η απέτρεπε από κάτι.

Το τέλος του στην κλινική των Αθηνών «Υγεία» έχει οσιακά γνωρίσματα. Τις παραμονές της ημέρας του θανάτου του είπε στην Ηγουμένη Ιωάννα: «Φεύγω, αδελφή. Παρακαλώ συγχώρεσέ με». Τη Μ. Δευτέρα, μίαν ημέρα πριν από την κοίμησή του, εκατοντάδες πνευματικών του παιδιών έφθασαν στην κλινική για να πάρουν την ευλογία του. Οι τελευταίοι λόγοι του ήταν: «Ο Σταυρός του Κυρίου διώχνει τα δαιμόνια, διότι έχει τη δύναμη της σταυρικής του θυσίας». Αυτή τη δύναμη είχε σε όλη του την ζωή».

Τα ξημερώματα της Μ. Τρίτης (30ής Απριλίου 2013 και ώραν 03. 45), μόλις ο πατήρ Φώτιος παρέδωσε την ψυχή του στον Νυμφίο της Χριστό, αμέσως με αστραπιαία ταχύτητα σε πολλές γωνιές της Ελλάδας, και ιδίως στις περιοχές της Φθιώτιδας και του Αγίου Όρους, πήραν φωτιές τα τηλέφωνα πολλών πνευματικών του τέκνων μεταδίδοντας η δεχόμενα την είδηση για το θάνατό του και για το ότι η κηδεία του θα γινόταν το απόγευμα της ίδιας ημέρας στην Κερασιά του Αγίου Όρους.

Στην κλινική «Υγεία», με μεγάλη ταχύτητα έγιναν οι αναγκαίες γραφειοκρατικές διαδικασίες για την έξοδο εξ αυτής του νεκρού και περί την 5η πρωινή ώρα ξεκίνησε η νεκροφόρος μεταφέροντας σε απλό φέρετρο τη σεπτή σορό του. Η όχι πολύ συνηθισμένη εξόδια – αληθινά λιτανευτική – πομπή κατευθυνόταν προς το κελλί του Αγίου Δημητρίου στην Κερασιά, όπου, σύμφωνα με την ζωηρή επιθυμία του – θα γινόταν η τελεσιουργία της νεκρώσιμης ακολουθίας και του ενταφιασμού του. Τη νεκροφόρα συνόδευαν πολλά αυτοκίνητα Ι.Χ., που μετέφεραν πάνω από 30 άτομα. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν ο αδελφός του πατρός Φωτίου κ. Σωτήρης Σκάνδαλος, όπως και ανήψια του γέροντα. Στη συνοδεία αυτή ήταν και το αυτοκίνητο Ι.Χ. που μετέφερε την οσιολογωτάτη Ηγουμένη της Ι. Μονής Δαμάσίας Ιωάννα, την οδηγούσα σύζυγο του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Καλλιόπη Σκουτέρη, την αδελφή του ιδίου καθηγητού, Συμβολαιογράφο, κ. Αννα Σκουτέρη – Αργυριάδη, και τη νοσοκόμα, κ. Κλάρα, που νοσήλευε τον γέροντα.

Η γερόντισσα Ιωάννα και η κ. Άννα ήταν κατάκοπες και σχεδόν εξαντλημένες, διότι αγρυπνώντας τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην Κλινική, φρόντιζαν ποικιλοτρόπως τον ετοιμοθάνατο π. Φώτιο. Μαζί με τους άνδρες ήταν και ο σύζυγος της κυρίας Άννας, ο Οικονομολόγος κ. Χαράλαμπος Αργυριάδης. Όλοι και όλες τους ένοιωθαν σαν τις μυροφόρες γυναίκες και τους μυροφόρους άνδρες της Καινής Διαθήκης, που με συγκίνηση και ευλάβεια είχαν συνοδεύσει τον Κύριο στον τάφο Του.

Όταν η νεκροφόρα και οι δεκάδες των συνοδών άφησαν πίσω τους τις Θερμοπύλες, έκαμαν μια ανηφορική λοξοδρόμηση προς το βουνό Καλλίδρομος και διασχίζοντας τα μυρωμένα δάση της βουνοπλαγιάς στάθμευσαν σε υψόμετρο 750 μέτρων στην Ι. Μονή Δαμάστας. Εκεί, ένεκα της είδησης ότι επίκειται η ήλθε το τέλος του γέροντα π. Φωτίου, ήδη από τη νύχτα είχαν έλθει και ακόμη έρχονταν από τις γύρω περιοχές της Φθιώτιδας, μερικές δεκάδες πνευματικών τέκνων του π. Φωτίου για να προσκυνήσουν το αναμενόμενο σεπτό σκήνωμα και να λάβουν την ευλογία του. Στην Ι. Μονή είχε επίσης αφιχθεί και ανέμενε ο Σεβ. Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Νικόλαος, ο οποίος πάντοτε με εκτίμηση και σεβασμό στήριζε τον γέροντα στο πολύτιμο πνευματικό έργο του.

Περί την 7η πρωινή ώρα έφθασε εκεί η ευλαβής πομπή και τότε αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, ο Σεβ. Άγιος Φθιώτιδος τέλεσε Τρισάγιο και με συγκίνηση σε σύντομη ομιλία του εξήρε την προσωπικότητα του εκλιπόντος. Μερικοί από τους συνοδεύοντες άνδρες δεν ήλθαν στην Ι. Μονή, αλλά συνέχισαν για να φθάσουν έγκαιρα στο Άγιο Όρος και για να φροντίσουν μαζί με αγιορείτες την παραλαβή της σεπτής σορού και την επίπονη μεταφορά της στην ορεινή Κερασιά.

Μετά την τέλεση του Τρισαγίου στην Ι. Μονή Δαμάστας, η νεκροφόρα και είκοσι περίπου από τους συνοδούς, με προσωπικές τους θυσίες, ξεκίνησαν για την Ουρανούπολη. Από εκεί με τρία ταχύπλοα μικρά πλοία έφθασαν στον αρσανά της Κερασιάς «Κλέφτικο», όπου τους υποδέχθηκαν μερικοί αναμένοντες αγιορείτες. Τότε, το απλούστατο φέρετρο του γέροντα δέθηκε καλά και προσεκτικά πάνω σ’ ένα μουλάρι και άρχισε η πορεία προς την Κερασιά. Μερικοί χρησιμοποίησαν άλλα μουλάρια και άλλοι την πεζοπορία. Σιγοψάλλοντας εξόδιους ύμνους ακολούθησαν ένα κακοτράχαλο ανηφορικό μονοπάτι, μέσα στο οποίο δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί τροχοφόρο όχημα.

Όλοι τους ήταν εντυπωσιασμένοι από το γεγονός ότι δεν ήταν βαθειά λυπημένοι ή πολύ κουρασμένοι. Μέσα στην ψυχή τους ένοιωθαν τη δεσπόζουσα μέσα στα ορθόδοξα πνευματικά πλαίσια πατερική «Χαρμολύπη». Ήταν λυπημένοι, διότι χωρίζονταν από τον πνευματικό τους πατέρα, αλλά συγχρόνως μυστικά ένοιωθαν γλυκειά παρηγοριά και πνευματική αγαλλίαση έχοντας τη συνείδηση ότι ο γέροντάς τους εισήλθε σε τόπο χλοερό και αναψύξεως, από όπου πάντοτε θα τους ευλογεί και θα ενδιαφέρεται γι’ αυτούς με τις μεσιτείες προς τον Οικτίρμονα Θεό. Σε όλους επίσης έκαμε εντύπωση ότι το μουλάρι που μετέφερε το φέρετρο του π. Φωτίου, ενώ φαινόταν κουρασμένο και ήταν ένα από τα τελευταία στην πομπή, έφθασε πρώτο στην Κερασιά. Θα νόμιζε κανείς ότι το κέντριζε ο πατήρ Φώτιος, για να φθάσει όσο το δυνατό ενωρίτερα στον τόπο της αναπαύσεώς του.

Τα της κηδείας είχαν προετοιμάσει με στοργή δύο από τα εξαίρετα πνευματικά παιδιά αρχικά του γέροντα Πορφυρίου και στην συνέχεια του γέροντα Φωτίου. Ήταν ο ιερομόναχος π. Ιωαννίκιος (από τα Καυσοκαλύβια) και ο μοναχός π. Νικήτας (από το κελλί της Κερασιάς).

Η νεκρώσιμιμη ακολουθία, που άρχισε περί την 5η απογευματινή ώρα, έγινε στο ναΐσκο του κελλιού του Αγίου Δημητρίου από οκτώ ιερομονάχους, που είχαν επικεφαλής τον Πανοσιολογιώτατο Ηγούμενο της Ι. Μονής Μεγίστης Λαύρας π. Πρόδρομο. Ήταν πολύ κατανυκτική και έφθασε στο τέλος περί την 6Vi μ.μ., λίγο πριν από το ηλιοβασίλεμα. Ο ενταφιασμός έγινε στον αυλόγυρο του κελλιού. Η σορός, χωρίς φέρετρο, τοποθήθηκε μέσα σ’ ένα τάφο, που επί δεκαετίες, σκεπασμένος με αγριόχορτο, έμενε αχρησιμοποίητος.

Στην κηδεία παρέστησαν περίπου 70 άτομα, ανάμεσα στα οποία ήταν αρκετοί ιερομόναχοι, μοναχοί και ασκητές, που είχαν έλθει από σκήτες, κελλιά, καλύβες και ησυχαστήρια από τα Καυσοκαλύβια, την Αγία Άννα, τα Κατουνάκια, τα Καρούλια. Όλοι και ιδίως οι ελθόντες από την Αθήνα και τη Φθιώτιδα, παρά την αϋπνία της προηγούμενης νύχτας και παρά τη μεγάλη κόπωση της ημέρας, ένοιωθαν ευχάριστα και ξαλαφρωμένα, διότι ο Θεός βοήθησε να προλάβουν και να γίνουν όλα μέσα στην ίδια ημέρα. Η καλή τους διάθεση ενισχύθηκε από το βίωμα ότι είχαν την ευλογία του μακαριστού γέροντα π. Φωτίου, αλλά και από την ωραία και ζωογόνο ατμόσφαιρα του ανοιξιάτικου δειλινού στην Κερασιά.

Τα αοράτως περιϊστάμενα πνεύματα του γέροντα Χατζηγιώργη, των υποτακτικών του και όλων των αγίων ασκητών που ασκήτευσαν στην περιοχή ανάμεσα στα Καυσοκαλύβια και στην Κερασιά· η δροσερή αύρα που ερχόταν από το κάπως μακρινό Αιγαίο πέλαγος, το θρόισμα των φύλλων των δένδρων, τα έλατα, οι καστανιές, οι βελανιδιές, οξυές και τα πουρνάρια, τα λεπτά αρώματα των θάμνων και των αγριολούλουδων, τα φτερουγίσματα, κελαδήματα και τιτιβίσματα των αηδονιών, των σπουργιτιών και των άλλων πουλιών, το σιγαλό μουρμούρισμα των πηγών, που φέρνουν νερό από τον Άθωνα, όλα μέσα στο φυσικό περιβάλλον σε μια αξιοθαύμαστη αλληλεξάρτηση και ενότητα εκείνη την ώρα δοξολογούσαν και χαιρέτιζαν τον Δημιουργό και την επιστροφή του γέροντα π. Φωτίου στον τόπο των πόθων και οραματισμών του.

Τὸ κέντρο καὶ ὁ θεμελιώδης στόχος τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας καὶ Παραδόσεως εἶναι ἡ κάθαρση ἐκ τῶν παθῶν καὶ ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ αὐτὰ καλλιεργοῦνται κυρίως στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀλλὰ καὶ στὰ ἐν τῷ κόσμῳ Ὀρθόδοξα μοναστήρια καὶ ἐκκλησίες. Καὶ ὅταν λέμε Παράδοση, ἐννοεῖται κυρίως ὡς παραδιδόμενον ἡ λαμπηδὼν τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς ἀενάου μνήμης τοῦ Θεοῦ (εἴτε ἐγρηγορότος εἴτε κοιμωμένου τοῦ ἀνθρώπου), ἡ ὁποία μεταλαμπαδεύεται ἀπὸ τὸν φωτισμένο Γέροντα στὸν κεκαθαρμένο ἐκ τῶν παθῶν ὑποτακτικό…

Τὴν ἐμπειρία αὐτὴ ἄλλωστε ἐβίωσε, ὅπως ὁ ἴδιος περιέγραψε, ὁ ἐν ἁγίοις Γέρων Πορφύριος σὲ ἐφηβικὴ ἡλικία ἤδη καθαρθεὶς καὶ λαβῶν τὴν χάρη τῆς νοερᾶς προσευχῆς δι’ εὐχῶν τοῦ Ρωσικῆς καταγωγῆς ὁσίου γέροντος Δημᾶ τοῦ Ἁγιορείτου.

Ὁ Γέρων παπα-Φώτιος ἦταν ἐγκεντρισμένος σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν παράδοση ὡς πνευματικὸ τέκνο τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ὁποίου ἀσκήθηκε πνευματικῶς στὸ Ἅγιον Ὄρος (1970-77) καὶ κατόπιν, κάθ’ ὑπόδειξη τοῦ ὁσίου Γέροντος, ἐγκαταστάθηκε στὰ Καλλίσια (1978), ὅπου ἀνέλαβε τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση πιστῶν, ἐνῶ ἀργότερα (1999 καὶ μέχρι τῆς κοιμήσεώς του) ἐγκαταβίωσε στὴν Ἱ. Μονὴ Δαμάστας ὡς πνευματικὸς καὶ τῶν Μοναζουσῶν.

Ὁ ὅσιος Πορφύριος, μάλιστα, εὑρισκόμενος σὲ εὔλογη δυσχέρεια ἐκ τοῦ γήρατος καὶ σωματικῶν του ἀσθενειῶν, προέτρεπε πνευματικά του παιδιὰ νὰ κατευθύνονται γιὰ πνευματικὴ καθοδήγηση στὸν ἀββᾶ παπα-Φώτιο χαριτολογῶν –«ἔ, νὰ μὴ βγάλουμε ἕναν παπα-Φώτη»! Ἢ καὶ μὲ τὸ ἀκόλουθο: «Ὅταν πάω στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐγὼ κάνω ὑπακοὴ στὸν πατέρα Φώτιο καὶ κεῖνος σὲ μένα».

Σὲ δύσκολες δὲ περιπτώσεις ἔλεγε «νὰ τὸ ποῦμε καὶ στὸν πατέρα Φώτιο, γιατί ἔχει δύναμη ἡ προσευχή του». Μὲ τέτοια λόγια ὁ ἐν ἁγίοις πλέον γέρων Πορφύριος παρέδιδε τὴ σκυτάλη γιὰ νὰ τὴν παραλάβει τὸ ἤδη μακαριστὸ πνευματικό του τέκνο, ὁ π. Φώτιος. Ἤθελε νὰ μᾶς συνδέσει στενὰ μαζί του, γιὰ νὰ συνεχισθεῖ ἀδιάκοπα ἡ πνευματικὴ πατρότητα. Ἀλλὰ καὶ ὁ πατὴρ Φώτιος ἐρωτηθεὶς περὶ τοῦ πατρὸς Πορφυρίου ἀμέσως μετὰ τὴν κοίμησή του (1991) ἀπήντησε ὅτι «θὰ ἔχει δράση στὴν ἄλλη γενιά».

Ἀξέχαστες μένουν οἱ ἀγρυπνίες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν μεγάλων ἑορτῶν ὅλο τὸ διάστημα ποὺ ἔμεινε στὰ Καλλίσια. Ἐξ ἄλλου εἶχε τὸ χάρισμα τοῦ ἐξομολόγου. Δὲν προλάβαινες νὰ τοῦ πεῖς κάτι, καὶ καταλάβαινε ἀμέσως διευκολύνοντάς σε…

Ὡς πνευματικὸς πατὴρ δὲν καλλιεργοῦσε συναισθηματικὲς σχέσεις μὲ τὰ παιδιά του, δὲν παρενέβαλλε τὸν ἑαυτό του στὴν ἐλεύθερη πνευματικὴ πορεία τοῦ καθενὸς πρὸς τὸν Θεό, ἀλλ’ ὑπεδείκνυε τὴν προσωπικὴ σταυροαναστάσιμη πορεία. Καλλιεργοῦσε τὶς ἀρετὲς ἀνδρείας, φρονήσεως καὶ δικαιοσύνης στὰ πνευματικοπαίδια του καὶ τὴν ἐσωτερικὴ «πολεμικὴ» ἐγρήγορση κατά τῶν παθῶν ὑπενθυμίζοντας συχνὰ τὸ τῆς Κλίμακος «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους».

Πνευματικό του παιδὶ κατὰ τὴν ἀγρυπνία στὰ Καλλίσια, ἐνῶ ἵστατο δίπλα στοὺς ψάλτες, εἶδε αἴφνης καὶ γιὰ λίγο στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὸ Τέμπλο νὰ εἰκονίζεται τὸ πρόσωπο τοῦ παπα-Φώτη. Κατὰ τὴν ἑπόμενη συνάντηση μὲ τὸν Γέροντα του τὸ ἀνέφερε. Καὶ τότε ὁ Γέρων τοῦ εἶπε μὲ αὐστηρότητα: «Νὰ μὴν κοιτᾶς στὶς εἰκόνες τὰ πρόσωπα»…

Ἀξιόλογες εἶναι καὶ ἄλλες διατυπώσεις του καὶ πνευματικὲς ἐπισημάνσεις, ὅπως: «Ὅποιος ἔχει πρόβλημα καὶ δυσφορεῖ μὲ συνάνθρωπό του, στὴν πραγματικότητα ἔχει πρόβλημα μὲ τὸν Χριστό»!

Σχετικῶς δὲ μὲ τὸν παρατηρούμενο “κατακλυσμὸ” προφητειῶν ἢ “προφητικῶν” – ἐσχατολογικῶν διατυπώσεων περὶ πολέμων κ.λ.π., ἐρωτηθεὶς ἀπήντησε «Τὰ δέχεται αὐτὰ ἡ Ἐκκλησία; Τί δέχεται ἡ Ἐκκλησία, αὐτὰ νὰ δεχόμαστε καὶ μεῖς».

Κατὰ δὲ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του ὑπέμεινε βαρυτάτη ἀσθένεια χωρὶς τὸν παραμικρὸ γογγυσμὸ «ὡς ἐν ἀλλοτρίῳ σώματι πάσχων» δοξάζων τοιουτοτρόπως τὸν Θεὸν καὶ προτρέπων τὰ πνευματικά του παιδιὰ νὰ λένε ἀπὸ καρδίας τὸ «δόξα σοι ὁ Θεός»! Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.

Ο π. Φώτιος με την μορφή του κέρδιζε την αγάπη του κόσμου…

…Αρχικά ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Νικόλαος στον Χαιρετισμό που απηύθυνε ευχαρίστησε τους ομιλιτάς για την συμμετοχή τους στην Πνευματική αυτή Ημερίδα και δι’ ολίγον ωμίλησε για τον μακαριστού Γέροντα σημειώνοντας χαρακτηριστικά:

«Αυτή την Ημερίδα, το φιλολογικό αυτό μνημόσυνο το οφείλαμε στο πρόσωπο του Γέροντος Φωτίου. Θα ακούσουμε καινούργια πράγματα, άγνωστα σε πολλούς από την ζωή του και είναι μία ευκαιρία αδελφοί μου να ωφεληθούμε από τέτοιου είδους αγιασμένες μορφές της εποχής μας.

Για τον π. Φώτιο άκουγα από τους φοιτητές του Θεολογικού Οικοτροφείου της Αποστολικής Διακονίας, όπου διετέλεσα Διευθυντής για πολλά χρόνια και θέλησα να τον γνωρίσω. Πριν ενθρονιστώ στην Μητρόπολη Φθιώτιδος, επήγα στον άγιο Νικόλαο στα Καλλίσια και πράγματι είδα έναν άγιο άνθρωπο, και με εστήριξε πολύ με τους λόγους του.

Αργότερα με την πρόνοια του Θεού τον ζήσαμε επί 14 χρόνια εδώ στο μοναστήρι της Παναγίας μας, το οποίο και ανέδειξε έτι περισσότερο πνευματικά και πραγματικά ζήσαμε την καθαρότητα και αγιότητα του βίου του.

Τα διδάγματα του είναι πάντοτε ζωντανά. Δεν χρειάζεται μεγάλος κόπος για να τα εφαρμόσει κανείς. Διάθεση χρειάζεται και σ’ αυτό πατούσε ο Γέροντας Φώτιος, στη διάθεση και γι’ αυτό είχε και επιείκεια και ο Θεός του έδωκε την φώτιση, στα Εκκλησιαστικά πράγματα και θέματα να είναι αντικειμενικός και σωστός. Ας είναι αιωνία του η μνήμη και αυτή η Ημερίδα ας είναι προς Δόξαν Θεού και οικοδομή πάντων ημών».

Στην συνέχεια ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογική Σχολής του Ε.Κ.Π.Α. κ. Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, πνευματικό τέκνο του οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου και μετέπειτα του μακαριστού Γέροντος Φωτίου, εξεφώνησε την εισηγησή του με θέμα: «Ο Γέροντας Φώτιος που γνώρισα. Η Συμβουλευτική – Ποιμαντική του π. Φωτίου κατά την Εξομολόγηση».

Ο κ. Σταυρόπουλος σημείωσε:

«Σε μια τέτοια σύναξη μνήμης, για την ευεργετική παρουσία του π. Φωτίου, είναι δύσκολο να αναπολήσει κανείς όλες εκείνες τις πτυχές που συγκροτούσαν τον βίο και την πολιτεία άνδρα ικανού και πεπαιδευμένου και κατέχοντος τα μυστικά μια γνήσιας πνευματικής ζωής.

Στόχος της σημερινής μου προσλαλιάς δεν είναι να βιογραφήσω τον άνδρα εκθέτοντας βιογραφικά στοιχεία. Σκοπός, που ατελώς σίγουρα θα τον υπηρετήσω, είναι να αναδείξω πτυχές από αυτό που διαισθάνομαι ότι ήταν η κύρια αποστολή του στη διαποίμανση του λαού του Θεού, που του εμπιστεύθηκε ο Πανάγαθος στα τόσα έτη της ιερατικής του διακονίας.

Νομίζω ότι κατεξοχήν άσκησε με διάκριση το έργο της Ιεράς Εξομολογήσεως και της Συμβουλευτικής Ποιμαντικής. Υπήρξε πνευματικός πατέρας πολλών μοναχών, κληρικών και λαϊκών, ανδρών και γυναικών. Στο Άγιον όρος, στην Αργολίδα, στην Πεντέλη (Καλλίσια) και στη Μονή Δαμάστας.

Η επί εικοσαετία μαθητεία μου κοντά του ως εξομολόγου μου επέτρεψε να ζήσω στιγμές της διακριτικής του παρεμβάσεως στην καθημερινότητα αλλά και στις όσες δραστηριότητες μου.

Πλην όμως η προσωπική μου μαρτυρία συνδυάζεται και με μαρτυρίες άλλων ανθρώπων που η ευεργετική δράση του π. Φωτίου διαμόρφωνε τη ζωή τους.

Δύο μαρτυρίες επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Η πρώτη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ. Νικολάου:

«Η αγιότητά του βοηθούσε τον π. Φώτιο να ζήσει όλη την τραχύτητα της μοναστικής ζωής, για να σκορπίζει στον κόσμο γλυκύτητα. Ενώ δεν μιλούσε πολύ, με την μορφή του κέρδιζε την αγάπη του κόσμου. Πολλές φορές μόνο με κάποιο μορφασμό του προσώπου του προέτρεπε σε κάτι ή απέτρεπε από κάτι».

Η δεύτερη του εκλιπόντος Καθηγητού μας Ευαγγέλου Θεοδώρου:

«Η γλυκιά αυστηρότητά του συνδυαζόταν με επιείκεια πού ήταν αποτέλεσμα της συνηθισμένης στους Πατέρες «Οικονομίας», η οποία πάντοτε καταφεύγει σε δικαστική αναζήτηση και εξιχνίαση ελαφρυντικών μέσα στις ευρύτερες ψυχολογικές και πνευματικές συναρτήσεις της ζωής των εξομολογουμένων».

Ο π. Φώτιος είχε ενστερνιστεί απόλυτα το ρόλο του ως πνευματικού συμβούλου. Πρότεινε έναν τρόπο ζωής εκείνον της Ορθοδόξου πνευματικής ζωής. Σκοπός του ήταν να φανερώσει τη χαμένη ομορφιά, δηλαδή την εικόνα του Θεού, μέσα στη ζωή των πνευματικών του τέκνων.

Συγκρατώ αυτό που αισθανόμουνα μετά από συζητήσεις μαζί του. Θα τον χαρακτήριζα ως «ενισχυτικό». Όπως ο ίδιος έπαιρνε δύναμη από τον «ενδυναμούντα αυτόν Κύριο», έτσι κι εμείς βγαίναμε ενισχυμένοι από την συνάντηση μαζί του. Ο π. Φώτιος ήταν για όλους μας ένα μεγάλο δώρο του Θεού».

Ακολούθως ο Ιδιαίτερος Γραμματεύς του Ποιμενάρχου Αιδεσιμολ. Πρεσβ. π. Αθανάσιος Κυρίτσης, ανέγνωσε την εισήγηση του Αιδεσιμολ. Πρωτ. π. Δημητρίου Μπαρθρέλλου, Καθηγητού Πανεπιστημίου, με θέμα: « Ο Γέροντας Φώτιος: Προσωπικότητα και διδασκαλία», ο οποίος λόγω ενός κωλύματος δεν μπόρεσε να παραστεί.

Ο π. Δημήτριος ανέφερε:

«Θα ήθελα εξαρχής να εκφράσω τη δυσκολία μου να μιλήσω για τον Γέροντα Φώτιο, διότι κάτι τέτοιο δεν συμβιβάζεται εύκολα με τη βιοτή και τη διδασκαλία του. Ο Γέροντας πίστευε πρωτίστως στη δύναμη της προσευχής και του παραδείγματος, και μόνο δευτερευόντως στη δύναμη των λόγων. Πιστεύω ότι τον εξέφραζε απόλυτα η φράση που συναντάμε στις επιστολές του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: καλύτερα να μη μιλάς και να είσαι, παρά να μιλάς και να μην είσαι.

Και βέβαια μας θύμιζε ότι τα λόγια είναι εύκολα, ενώ τα έργα δύσκολα. Ο ίδιος μάλιστα ήταν ιδιαίτερα σιωπηλός. Έλεγχε τα λεγόμενά του, και απέφευγε τόσο την αργολογία, όσο και τα περιττά και κουραστικά κηρύγματα ή τις κούφιες ρητορείες.

Τα λόγια του ήταν απλά και μετρημένα, αλλά συγχρόνως γεμάτα σύνεση και πνευματική δύναμη – γι’ αυτό και εντυπώνονταν βαθιά στην καρδιά και τη μνήμη των ακροατών του και προκαλούσαν σημαντικές αλλαγές στην προσωπικότητα και τη ζωή τους.

Ο Γέροντας απέφευγε την ανθρωπαρέσκεια και την απόκτηση φήμης. Κάποτε μας είπε ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι ανώτερος από τη φήμη του και μάλιστα ότι, εάν ποτέ η φήμη του φτάσει την αξία του, τότε θα πρέπει απαραιτήτως να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη αξία. Ο Γέροντας ήταν πολύ προσεκτικός στο να κρύβει την αρετή του.

Ως χαρακτήρας ο Γέροντας ήταν πολύ δυναμικός και πολύ υπεύθυνος. Πίστευε βαθιά στον Θεό, αγωνιζόταν πάρα πολύ, δεν συμβιβαζόταν με ημίμετρα, και ό,τι έκανε το έκανε πολύ προσεκτικά και με μεγάλο αίσθημα ευθύνης.

Ήταν σιωπηλός και αυστηρός, αφοσιωμένος στη νηστεία, την προσευχή, τη λατρεία, και την Εξομολόγηση. Ήταν σταθερός και ξεκάθαρος στις απόψεις του αλλά δεν έπαυε ποτέ να μαθαίνει. Συνδύαζε το ιδεώδες με έναν πολύ βαθύ ρεαλισμό καθώς και το αγωνιστικό φρόνημα με την αποφυγή κάθε είδους υπερβολής.

Συνδύαζε επίσης την έμφυτη ευφυΐα του και την κοσμική και θεολογική του παιδεία με την πνευματική και ποιμαντική εμπειρία και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Όλα τα παραπάνω τον καθιστούσαν ξεχωριστή πνευματική φυσιογνωμία.

Όσοι γνωρίζουν τη σχέση του με τον Άγιο Πορφύριο, τη ζωή του στην Κερασιά, και γενικότερα τους μοναχικούς του αγώνες, καταλαβαίνουν περισσότερα.

Η ζωή του στην έρημο της Κερασιάς χαρακτηριζόταν από σκληρή άσκηση, αδιάλειπτη προσευχή, συχνότατη τέλεση της θείας Λειτουργίας, κοπιαστική χειρωνακτική εργασία, αλλά και μελέτη του Ευαγγελίου και της πατερικής γραμματείας. Επιπλέον, η υπακοή του στον π. Πορφύριο ήταν παροιμιώδης.

Ο π. Πορφύριος του φερόταν φαινομενικά με μεγάλη σκληρότητα, ακριβώς επειδή γνώριζε ότι ο π. Φώτιος ‘άντεχε’ ό,τι απαιτούνταν για να οδηγηθεί ταχύτερα σε μεγαλύτερη ταπείνωση και πνευματική ωριμότητα. Και όντως, ο π. Φώτιος έφτασε εξαιρετικά σύντομα σε πολύ μεγάλα μέτρα αρετής. Ανήκει στις εξαιρέσεις εκείνες των μοναχών που η πνευματική τους πρόοδος υπήρξε ραγδαία.

Ως προς τη διδασκαλία του, ο Γέροντας τόνιζε ιδιαίτερα τη μετάνοια, την αγάπη προς τον Θεό και την υπακοή στις εντολές του, τη συγχώρεση των εχθρών, και την γεμάτη ελπίδα και δοξολογία προς τον Θεό υπομονή στους πειρασμούς.

Ήταν αυστηρός στα ηθικά θέματα και επέμενε στην αξία της νηστείας. Δεν συμφωνούσε με συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, αν και, ειδικά ως προς τη νηστεία, επεσήμαινε ότι δεν θα πρέπει να ασκείται με τρόπο που να βλάπτει την υγεία του νηστεύοντος.

Ο π. Φώτιος δίδασκε ότι η χριστιανική ζωή δίνει χαρά. Η χαρά όμως αυτή έρχεται από την άσκηση και τη θυσία, την πίστη και τον πνευματικό αγώνα, την υπομονή στους πειρασμούς και τη δοξολογία του Θεού».

Ακολούθησε η Τρίτη και τελευταία εισήγηση της Οσιολογιωτάτης Καθηγουμένης της Ιεράς Μονής, Γερόντισσας Ιωάννας της Ιατρού, η οποία είχε ως θέμα: « Ο Γέροντας Φώτιος στην Ιερά Μονή Παναγίας Δαμάστας και στην Ιερά Μητρόπολη Φθιώτιδος».

Η Γερόντισσα με μεγάλη συγκίνηση αναφέρθηκε στην ζωή και το μεγάλο πνευματικό έργο του μακαριστού π. Φωτίου, κατά την δεκατετραετή παραμονή του στο μοναστήρι της Παναγίας της Δαμάστας.

Χαρακτηριστικά ανέφερε:

«Ο Γέροντας Φώτιος (κατά κόσμον Αντώνιος Σκάνδαλος) συνδέθηκε με την Ι. Μητρόπολη Φθιώτιδος από τα πρώτα χρόνια της μοναχικής και ιερατικής του ζωής και εγκαταβίωσε στην Ι. Μονή Παναγίας Δαμάστας για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Γεννήθηκε στο Λημέρι Ευρυτανίας στις 10 Δεκεμβρίου 1933 από ευσεβείς γονείς, τον Σεραφείμ και τη Σοφία. Τελείωσε το Δημοτικό στη γενέτειρά του και το Γυμνάσιο στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε ως Ειρηνοδίκης και πάρεδρος Πρωτοδίκης στη Χαλκίδα.

Στις 19 Μαρτίου 1966, σε ηλικία 33 ετών, εκάρη μοναχός. Την επομένη, 20 Μαρτίου, χειροτονήθηκε διάκονος και δύο μήνες αργότερα, στις 19 Ιουνίου, πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Φθιώτιδος κυρό Δαμασκηνό.

Στις 2 Ιουνίου 1970 αναχώρησε για το κελί του Αγίου Δημητρίου στην Κερασιά του Αγίου Όρους με τον Γέροντά του, Άγιο Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη.

Εκεί εκάρη Μεγαλόσχημος στις 24 Σεπτεμβρίου 1977. Κατά τη διάρκεια της εγκαταβίωσής του στην Κερασιά μετέβαινε τις περιόδους των νηστειών στην Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος, όπου ασκούσε το έργο του Πνευματικού. Από το 1978 μέχρι το 1998 εγκαταβίωσε στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων Πεντέλης.

Το καλοκαίρι του 1997, όταν η Ι. Μονή Δαμάστας έμεινε χωρίς πνευματικό, ο νεοχειροτονηθείς Ποιμενάρχης κ. Νικόλαος κατόπιν συνεννοήσεως με τη μακαριστή Γερόντισσα Θεοδότη μετέβη στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων, και του πρότεινε να αναλάβει πνευματικός της Ιεράς Μονής.

Ο Γέροντας δέχτηκε και ανέλαβε την πνευματική καθοδήγηση της Μονής παραμένοντας στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων.

Τον Μάιο του 1998 ο πόθος του για το Άγιον Όρος τον έφερε πίσω στο κελί του αγίου Δημητρίου Κερασιάς. Επιστρέφοντας νύχτα από το Άγιον Όρος για να πάρει τα τελευταία του πράγματα είδε το Μοναστήρι της Δαμάστας λουσμένο σε άπλετο φως, ενώ οι άλλοι συνεπιβάτες δεν έβλεπαν τίποτα. Την άλλη μέρα επικοινώνησε με τη Γερόντισσα Θεοδότη και καταλάβαμε ότι η Παναγία του είχε φανερώσει τη χάρη της, διότι στο μοναστήρι τότε δεν υπήρχε κανένα απολύτως φως που να δικαιολογεί αυτή την οπτασία του Γέροντα.

Ο Γέροντας έτρεφε μεγάλο σεβασμό και αγάπη για την Παναγία Δαμάστα. Ήδη με θείο φωτισμό στις 2 Μαρτίου 1997, έγραφε στα Καλλίσια για τη Μονή:

«Εκεί ψηλά στα έλατα, πάνω από τη θάλασσα, είναι η Μονή της Δαμάστας. Είναι κτισμένη από παλαιά, εκεί ψηλά, στο όνομα της Παναγίας. Δεσπόζει σ’ όλο τον κάμπο της Φθιώτιδος, αλλά η χάρις απλώνεται ακόμη πάρα πέρα σε στεριά και θάλασσα και όπου υπάρχουν άνθρωποι, που έχουν μεγάλη ανάγκη, από αρρώστεια, φτώχεια, ανέχεια και άλλη κακουχία. Παίρνει καθένας τους απ’ αυτή ότι έχει ανάγκη, αρκεί με πίστη θερμή να το ζητήσει».

Εσέβετο τον Μητροπολίτη υποδειγματικά. Ουδέποτε εξήρχετο εκ της Μονής χωρίς ευλογία, οπουδήποτε και αν πήγαινε, όπως για παράδειγμα στο κελλί του στον Άγιο Δημήτριο Κερασιάς ή στην Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις. Πάντοτε έλεγε ότι ο Μητροπολίτης είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού».

Αυτόν τον σεβασμό και την υπακοή προς τον Μητροπολίτη αλλά και στην Εκκλησία γενικότερα την ενέπνεε τόσο στις μοναχές όσο και στα πνευματικά του παιδιά.

Ο Γέροντας και από χαρακτήρος αλλά και από υπακοή στον Άγιο Πορφύριο ζούσε βαθιά το μυστήριο της Εκκλησίας. Έτσι διακονώντας εξ όλης της ψυχής του εν αυτή απέκτησε ιδιαίτερη χάρη στην άσκηση της πνευματικής πατρότητος στο μυστήριον της εξομολογήσεως. Γι’ αυτό ο Γέροντάς του, ο Άγιος Πορφύριος, απέστελλε σ’ αυτόν πολλά πνευματικά του παιδιά, όταν δεν μπορούσε να εξομολογήσει ο ίδιος.

Ο Γέροντας πάντα έλεγε ότι πρέπει να δεχόμεθα τα πάντα και τα καλά και τα κακά μετ’ ευχαριστίας και δοξολογίας στον Θεό. Έλεγε ότι αν κάποιος δεχθεί οποιαδήποτε ασθένεια, όσο βαριά κι αν είναι, με υπομονή και χωρίς γογγυσμό, αυτό θα του το καταλογίσει ο Θεός ως μαρτύριο. Και ακριβώς και αυτό που δίδασκε, εφήρμοσε τελικά στη ζωή του.

Την άνοιξη του 2006 ο Γέροντας σκεφτόταν να μεταβεί στο κελλί του Αγίου Δημητρίου για πάντα. Λίγες εβδομάδες αργότερα σε μία αιματολογική εξέταση και χωρίς κανένα σύμπτωμα βρέθηκε χαμηλός αριθμός αιμοπεταλίων.

Πριν αρχίσει οποιοσδήποτε έλεγχος για τη διάγνωση της ασθένειας ο Γέροντας μετέβη στο Άγιον Όρος και ανέβηκε για τελευταία φορά στην κορυφή του Άθωνα.

Επιστρέφοντας υπεβλήθη σε μια σειρά εξετάσεων σε Στρατιωτικό Νοσοκομείο των Αθηνών. Η διάγνωση επετεύχθη με μεγάλη δυσκολία και τελικά ήταν βαριά μορφή μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου.

Ασθενείς με αυτό το νόσημα εμφανίζουν πολύ σοβαρή αναιμία, αιμορραγίες συχνά επικίνδυνες για τη ζωή τους και εξαιρετική ευπάθεια στις λοιμώξεις, ενώ ορισμένοι καταλήγουν στην ανάπτυξη λευχαιμίας.

Το περιθώριο ζωής που του έδωσαν ήταν ένα με ενάμιση χρόνο. Καθ’ ομολογία των θεραπόντων ιατρών, ο Γέροντας υπέστη ασυνήθιστα πολλαπλές επιπλοκές και ιδιαίτερα πολύπλοκες. Πρέπει να επισημάνουμε ότι κατά τη διάρκεια αυτών των μεγάλων δοκιμασιών, ο Γέροντας ουδέποτε εγόγγυσε ή δυσανασχέτησε.

Έκανε τέλεια υπακοή στους γιατρούς, με εξαιρετική ταπείνωση και σύνεση. Ποτέ δεν επεδίωξε υπερβολική φροντίδα ή θεραπεία πέραν των απολύτως ενδεδειγμένων. Συνεχώς δόξαζε και ευχαριστούσε τον Θεό.

Από τον Απρίλιο του 2012 άρχισαν μεταγγίσεις αιμοπεταλίων στην αρχή ανά μήνα και αργότερα ανά δεκαπενθήμερο, διότι η ασθένεια του είχε σταδιακά επιδεινωθεί. Από τον Ιανουάριο του 2013, ο οργανισμός του δεν αντιδρούσε σε οποιαδήποτε θεραπεία.

Ακόμα και υποστηρικτική θεραπεία με πολλαπλές μεταγγίσεις αιμοπεταλίων και αίματος δεν έφερναν πλέον κανένα αποτέλεσμα και μάλλον τον επιβάρυναν περαιτέρω.

Οι προσπάθειες όλων συνεχίζονταν με επιμονή. Οι γιατροί με έκπληξη παρακολουθούσαν την εξέλιξη και τις πολλές και ανεξήγητες επιπλοκές, παρά την φροντίδα και την επί μέρους επίλυση των προβλημάτων.

Συνεχώς εμφανίζονταν καινούργια και πιο πολύπλοκα προβλήματα. Τελικά δύο μόνο μέρες πριν από την εκδημία του συνειδητοποίησαν και αυτοί το σχέδιο του Θεού που εξελισσόταν σταδιακά για τουλάχιστον τρεις μήνες.

Αντίθετα με τους γιατρούς, ο Γέροντας, είχε πληροφορηθεί την εκδημία του και άρχισε να προετοιμάζεται για αυτήν.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου Σεβασμιώτατε να ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδίας μου, αρχικά Εσάς για την πατρική στήριξη και αγάπη με την οποία περιβάλλεται όλα αυτά τα χρόνια όχι μόνο τη Μονή μας αλλά και το Γέροντά μας και ιδίως για τις προσευχές και το ενδιαφέρον Σας κατά την διάρκεια της ασθενείας του.

Έπειτα να ευχαριστήσω όλα τα πνευματικά παιδιά του Γέροντα, πρώτα τους γιατρούς, οι οποίοι με υική αγάπη, ανιδιοτελή φροντίδα και ουσιαστική προσφορά περιέθαλψαν τον Γέροντα κατά την ασθένειά του και τη νοσηλεία του. Και τέλος όλα τα πνευματικά παιδιά, όπου γης, για την οιανδήποτε πνευματική στήριξη που παρείχαν στο Γέροντά μας.

Την Κυριακή των Βαΐων οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Ο Σταυρός του Κυρίου διώχνει όλα τα δαιμόνια». Χαράματα Μεγάλης Τρίτης 30 Απριλίου 2013, ο Γέροντας εκοιμήθη εν Κυρίω ήρεμα και ειρηνικά, με εμφανή σημεία της χάριτος του Θεού στο σκήνωμά του. Ήταν εύκαμπτος και ζεστός μέχρι την ώρα της ταφής του.

Έτσι θα συνεχίσει να τελεί την αγαπημένη του Θεία Λειτουργία στο ουράνιο πλέον θυσιαστήριο.

Όταν ο Γέροντας ήταν εν ζωή πάντα μας έλεγε ότι όταν κάποιος αναπαυθεί μετά των δικαίων η κοίμησή του πηγάζει χαρά. Αυτό το αίσθημα της χαρμολύπης νιώσαμε όλοι εμείς που ζήσαμε από κοντά τον Γέροντα.

Ο Γέροντας προετοιμαζόταν συνεχώς για αυτήν την ώρα της εκδημίας του.

Θα τελειώσουμε με ένα εγκώμιο που ο ίδιος έγραψε για την ώρα του αποχωρισμού της ψυχής εκ του σώματος.

«Ω! πόσο ωραία είναι η στιγμή, όταν βγαίνει η ψυχή,
που έχει παρρησία στον Κριτή, αφού άφησε εδώ στη γη
κάθε αμαρτία μισητή με μετάνοια πραγματική.
Τότε, αυτή η ψυχή για να ανέλθει στον Κριτή
συνοδεύεται από αγγελική πομπή
και δεν φοβάται καμιά δαιμονική μορφή,
αφού η αγάπη η αληθινή, πλήρωσε αυτή την ψυχή,
που τώρα φεύγει από τη γη και βιάζεται γρήγορα να παραστεί
στον Κριτή που αγάπησε εδώ στη γη, για να ζει αιώνια εκεί».

Την Ημερίδα έκλεισε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Νικόλαος, συγχαίροντας όλους τους ομιλητάς για την πνευματική ωφέλεια την οποία προσέφεραν στους παρευρισκομένους με τους λόγους τους και ευχήθηκε, ο μακαριστός π. Φώτιος από τον θρόνο του Θεού, όπου παρίσταται, να προσεύχεται και να προστατεύει , την Ιερά Αδελφότητα, όλα τα πνευματικά του παιδιά και όλους μας.

Τέλος εκ μέρους της Ιεράς Αδελφότητος, παρατέθη τράπεζα προς όλους, εις μνήμην του μακαριστού Γέροντος Φωτίου.

Στην Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, το Ιερό μνημόσυνο και την Ημερίδα μεταξύ των εκατοντάδων προσκυνητών παρέστησαν: Οι Καθηγούμενοι των Ιερών Μονών: Παναγίας Αγάθωνος Πανοσιολ. Αρχιμ. π. Γερμανός Γιαντσίδης και Παναγίας Αντινίτσης, Πανοσιολ. Αρχιμ. π. Αμβρόσιος Αναστασίου, ο Ευρωβουλευτής κ. Ελευθέριος Συναδινός Στρατηγός ε.α., ο Πρόεδρος του Δ. Δ. Δαμάστας κ. Δημήτριος Μπεσλεμές και ο Εκπαιδευτικός κ. Γεώργιος Σαγιάς.

Παιδικά χρόνια

Ο Γέροντας Φώτιος (κατά κόσμον Άντώνιος) Σκάνδαλος, γεννήθηκε τη 10η Δεκεμβρίου 1933 στο χωριό Λημέρι της Ευρυτανίας, που σήμερα ανήκει στον Δήμο Αγράφων της Διοικητικής Ενότητας των Απεραντίων. Το χωριό αυτό, σε υψόμετρο 920 μέτρων, είναι προσιτό είτε από το Αγρίνιο, είτε από το Καρπενήσι. Η απόσταση που χωρίζει το χωριό από τις πόλεις αυτές είναι περίπου 70 χιλιόμετρα.

Η οικογένεια του Αντώνη ήταν πολυμελής. Οι γονείς του, Σεραφείμ και Σοφία, είχαν επτά παι­διά. Άλλα δύο παιδιά που έφεραν στον κόσμο εξεδήμησαν προς Κύριον στη βρεφική τους ηλι­κία. Ο Αντώνης ήταν προτελευταίος. Ο πατέρας του ήταν γεωργός και κτηνοτρόφος.

Ο Αντώνης έλαβε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση του στο χωριό του. Ήταν πάντοτε άριστος μαθητής. Από μικρός απέφευγε τις περιττές συναναστροφές και έτσι εξοικονομούσε χρόνο για να μελετά τόσο τα μαθήματά του όσο και πνευματικά βιβλία, κυρίως βίους Αγίων. Μελετούσε μάλιστα υπό αντίξοες συνθήκες, διότι το σπίτι τους ήταν μικρό και πολυθόρυβο, με την παρουσία εννέα ατόμων μέσα σε πολύ μικρό χώρο, περίπου 50 τετραγωνικών μέτρων. Είναι χαρα­κτηριστικό ότι τη νύχτα πολλά άτομα κοιμούνταν μέσα σ’ ένα δωμάτιο και μάλιστα οι περισσότε­ροι στο δάπεδο, πάνω σε μερικά στρωσίδια.

Τις κάπως ζεστές μέρες διάβαζε καθισμένος στην αυλή, ενώ τις κρύες χειμωνιάτικες ημέρες αναζητούσε μέσα στο σπίτι μια ήσυχη γωνιά, για να διαβάζει εκεί. Επειδή τότε δεν υπήρχε ηλε­κτρικό ρεύμα στο χωριό, χρησιμοποιούσαν για να βλέπουν μέσα στο σπίτι τη νύχτα είτε γυάλινη λάμπα πετρελαίου, είτε συνήθως λυχνάρια πετρε­λαίου. Μόνο το καντήλι του εικονοστασίου άναβαν με λάδι. Ο Αντώνης προσπαθούσε τη νύχτα να ικανοποιεί τη δίψα του για διάβασμα και μάθηση.

Η μεγάλη θρησκευτικότητά του ήταν σε όλους αισθητή. Με μεγάλη ευλάβεια και λαχτάρα μετέ­βαινε στις εκκλησίες του χωριού και άναβε το κεράκι του και με χαρά έβλεπε στις εικόνες τις ιερές μορφές. Πρόκειται για τους ιερούς ναούς της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου παρακολουθούσε τη θεία Λειτουργία, της Αγίας Βαρβάρας, και του Αγίου Νικολάου στο Κοιμητήριο. Ευλάβεια εκδήλωνε ο Αντώνης και για τα εξωκλήσια της περιοχής (λ.χ. για τον Άγιο Ιωάννη τον Πρό­δρομο). Ιδιαίτερη συγκίνηση ένιωθε όταν επισκεπτόταν το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, την οποία η οικογένεια Σκάνδαλου θεωρούσε προστάτριά τους, διότι το εξωκλήσι αυτό είχε ανεγερθεί με τη φροντίδα του παππού του Αντώνη, Ευαγγέλου. Ιδιαίτερη ευλάβεια ένιωθε αργότερα για το εξωκλήσι του Αγίου Ανδρέα, που είχε ανεγείρει ο πατέρας του.

Η ευλάβεια του Αντώνη ενισχύθηκε πολύ από το γεγονός ότι σε μερικές τάξεις του Δημοτικού Σχολείου ευτύχησε να έχει δάσκαλο τον αδελφό της μητέρας του Δημήτριο Μαυρογόνατο, που ήταν πολύ ευσεβής και έψαλλε στην Εκκλησία. Ο θείος του αυτός με το προσωπικό του παράδειγ­μα, με τις συμβουλές και την όλη καθοδήγησή του, συμπλήρωνε και αύξανε την επίδραση των ευσεβών γονέων του. Έτσι φούντωνε η φλόγα της αγάπης του Αντώνη για τον Χριστό, την οποία είχαν ανάψει μέσα του η γονική διδαχή και η θεία χάρις με την αόρατη μυστική ευλογία του Θεού.

Μαθητής Γυμνασίου – Λυκείου

Όταν ο Αντώνης αποφοίτησε με «Άριστα» από το Δημοτικό Σχολείο του χωριού του, αντιμετώπισε δυσκολίες ως προς τη συνέχιση των σπουδών του. Το ορεινό χωριό του και η φτώχεια των γονέων του δεν του πρόσφεραν ελπίδες, προοπτικές, και δυνατότητες. Άλλ’ ο Θεός είχε για τον Αντώνη τα ιδικά του σχέδια.

Τότε βρισκόταν σε έξαρση ο εμφύλιος πόλε­μος. Ελληνικά χωριά καίονταν. Το χωριό Λημέρι είχε γίνει πραγματικό λημέρι. Το όνομα αυτό, εάν στην εποχή της Τουρκοκρατίας ταίριαζε στο ότι αναφερόταν στο κρησφύγετο των τότε αρματωλών και κλεφτών, που πολεμούσαν τους Τούρκους, στην εποχή του εμφυλίου πολέμου ταίριαζε στο ότι αντάρτικες ομάδες στάθμευαν ή κρύβονταν εκεί. Η ζωή των κατοίκων του χωριού είχε γίνει πολύ επικίνδυνη ιδίως για μία πολυμελή οικογέ­νεια, η οποία είχε και νεαρούς άνδρες και παιδιά, που στρατολογούνταν βίαια για τον εμφύλιο πόλεμο. Τότε η οικογένεια Σκάνδαλου αποφάσισε να φύγουν όλοι τους τμηματικά και να αναζητήσουν μία ήσυχη και ακίνδυνη ζωή κάπου στην περιοχή της Αθήνας. Το 1946 από τους πρώτους έφυγε από το Λημέρι και ο Αντώνης. Ήλθε στο Περιστέρι Αθηνών και έμεινε με τον αδελφό της μητέρας του. Αργότερα συγκατοίκησε με άλλα μέλη της οικογενείας του, που και εκείνα κατέφυ­γαν στην Αττική.

Οικονομικοί λόγοι επέβαλαν στον Αντώνη να αναζητήσει αμέσως εργασία, η οποία θα καθι­στούσε δυνατή τη συνέχιση των σπουδών του σε νυκτερινό Γυμνάσιο. Έτσι ως μαθητής του νυχτε­ρινού σχολείου εργαζόταν την ημέρα σ’ ένα φαρ­μακείο. Μόνο στις δύο τελευταίες τάξεις φοίτησε σε ημερήσιο Γυμνάσιο (Λύκειο).

Ο Αντώνης συνέχισε να είναι άριστος μαθητής. Παράλληλα ενεργοποιούσε και αύξανε την ευσέβειά του πηγαίνοντας τακτικά στην Εκκλησία. Μάλιστα συνδέθηκε με επιφανείς κληρικούς. Αρχικά ήλθε σε επαφή με τον αείμνηστον τότε Αρχιμανδρίτη π. Προκόπιο (μετέπειτα Μητροπο­λίτη Κεφαλληνίας), τον μακαριστό πρωτοπρεσβύ­τερο π. Άγγελο Νησιώτη, ενώ αργότερα γνώρισε και τον Αρχιμανδρίτη π. Παντελεήμονα Μπαρδάκο (μετέπειτα Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας). Ο π. Προκόπιος και ο π. Άγγελος εξετίμησαν την ευσέβεια και τις αναπτυγμένες θρησκευτικές γνώσεις του Αντώνη και γι’ αυτό τον ενθάρρυναν να κάνει κατηχητικά μαθήματα σε μικρά παιδιά της ενορίας του Αγίου Αντωνίου (πολιούχου στο Περιστέρι).

Εάν πολλοί από τους συμμαθητές του βρίσκονταν σε υπαρξιακό πνευματικό αδιέξοδο και διέτρεχαν τους ηθικούς κινδύνους εκείνης της εποχής, ο Αντώνης με τη χάρη του Χριστού κρα­τούσε τον πνευματικό εξοπλισμό που είχε φέρει από το χωριό του, και προσπαθούσε να τον αυξή­σει. Με πνευματική επαγρύπνηση, προσοχή, αυτοκυριαρχία και έντονη προσευχή απέφευγε τους κινδύνους τους οποίους διατρέχουν όλοι οι νέοι στην εφηβική και μετεφηβική ηλικία όταν δεν είναι συνδεδεμένοι με τον Χριστό…

Ο κ. Ευάγγελος Θεοδώρου είναι Ομ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών.

Πηγή