ΒΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Pin It

2022 01 01

(+) Στυλιανός Παπαδόπουλος

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 329 ή 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας σε οικογένεια πλούσιων γαιοκτημόνων ως δεύτερο τέκνο, το οποίο ακολούθησαν επτά, από τα οποία δύο έγιναν επίσκοποι, δηλαδή ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβαστείας. Ο πατέρας του, Βασίλειος και αυτός, ήταν αξιόλογος ρητοροδιδάσκαλος στην Νεοκαισάρεια του Πόντου και η μητέρα του, Εμμέλεια, προερχόταν από σπουδαία οικογένεια Καισαρέων, που διέπρεπε στα γράμματα και τα πολιτικοστρατιωτικά αξιώματα. Αμέσως μετά την γέννησή του ο Βασίλειος μεταφέρθηκε στα Άννησα του Πόντου, όπου μεγάλωσε με την επίβλεψη της μητέρας του και της γιαγιάς του Μακρίνας, η οποία τον μύησε στην ευσέβεια και την Παράδοση της Εκκλησίας.

Τα πρώτα γράμματα έμαθε (335/7) από τον πατέρα του στην Νεοκαισάρεια. Το 341/3 ήρθε στην Καισάρεια για την εγκύκλια μόρφωση, όπου γνώρισε τον Γρηγόριο Θεολόγο, και περί το 346/7 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για συμπλήρωση των σπουδών του. Ίσως μάλιστα έμεινε λίγο και στην Νικομήδεια, για ν’ ακούσει τον περίφημο ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο.

Η αγάπη του για την παιδεία τον οδήγησε στην Αθήνα (350), όπου έμεινε μέχρι το 355/6 σπουδάζοντας ό,τι καλύτερο μπορούσε να δώσει ο Δ΄ αι. σ’ έναν νέο με βαθιά δίψα για γνώση και τεράστια ικανότητα προς αφομοίωση. Μεταξύ άλλων άκουσε τους περίφημους Ιμέριο και Προαιρέσιο, ο τελευταίος των οποίων υπήρξε χριστιανός-Καππαδόκης. Οι σπουδές του είχαν μεγάλο εύρος, περιλάμβαναν ακόμη και ιατρική. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα, βρέθηκε μεταξύ των προτροπών της αδελφής του Μακρίνας να γίνει μοναχός και των πιέσεων φίλων του να εργαστεί ως ρήτορας και δάσκαλος της ρητορικής. Ικανοποίησε στην Καισάρεια τους φίλους του, διδάσκοντας ρητορική και συνηγορώντας ίσως στα δικαστήρια, για το διάστημα μέχρι την άνοιξη του 357. Τότε ταξίδεψε στην Ανατολή (Συρία, Μεσοποταμία, Αίγυπτο, Παλαιστίνη), για να πραγματώσει και την δεύτερή του μαθητεία και σπουδή, στους ασκητές και στους ερημίτες αυτή τη φορά. Λίγο πριν το 358 επανήλθε στην Καισάρεια. Βαπτίστηκε, γνώρισε καλύτερα τις μοναστικές κοινότητες του Ευσταθίου Σεβαστείας και συνέταξε την πρώτη γνωστή Επιστολή του (Προς Ευστάθιον), ενώ άρχισε σιγά-σιγά να γράφει τα ασκητικά του κείμενα. Στο τέλος ακριβώς του 359 ή αρχές Ιανουαρίου του 360 συνόδεψε τον Διάνιο Καισαρείας στην σύνοδο, που έγινε στις αρχές του έτους στην Κωνσταντινούπολη, όπου συναντήθηκε και με τον Ευνόμιο. Επέστρεψε απογοητευμένος. Την άνοιξη επέλεξε ασκητήριο στον Πόντο, κοντά στον Ίρι ποταμό, όπου εγκαταστάθηκε το καλοκαίρι, αφού είχε ήδη χαρίσει και τυπικά την απέραντη κτηματική περιουσία του. Στο ασκητήριο τον επισκέφτηκε ο Γρηγόριος Θεολόγος και έμεινε μαζί του σχεδόν ένα χρόνο.

Το 362 πήγε στην Καισάρεια για τον θάνατο του Διανίου. Τότε ο νέος επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος τον χειροτόνησε, παρά την θέλησή του, πρεσβύτερο, λίγο μετά το Πάσχα. Γρήγορα όμως (τέλος 362 ή αρχές 363) ο Βασίλειος παρεξηγήθηκε από τον Ευσέβιο και επανήλθε στο ασκητήριο, μη συμφωνήσας με τους μοναχούς, που τον προέτρεπαν να προχωρήσει σε σχίσμα. Εκεί εργάστηκε για την οργάνωση μοναστικών κοινοτήτων, για την καθοδήγηση νέων που τον επισκέπτονταν, για την σύνταξη επιστολών, για τον εμπλουτισμό των «Ασκητικών» του και προπαντός για την σύνθεση (364) του σπουδαίου θεολογικού του έργου «Κατά Ευνομίου», με το οποίο κυριολεκτικά έθετε τις βάσεις της καππαδοκικής θεολογίας.

Προς το τέλος του 364 ο Βασίλειος επέστρεψε στην Καισάρεια με πρόσκληση του Ευσεβίου, που του ανέθεσε την διεύθυνση των πραγμάτων της μητροπόλεως και την άμυνα της ορθοδοξίας. Το έργο του ήταν εξαιρετικά δύσκολο, σε μια εποχή μάλιστα, κατά την οποία η Αλεξάνδρεια και η Καισάρεια ήταν οι μοναδικές δυναμικές νησίδες ορθοδοξίας. Η φήμη του Βασιλείου ξεπέρασε γρήγορα τα σύνορα της Καππαδοκίας και της Μικρασίας. Σ’ αυτό συνετέλεσε όχι μόνο το θεολογικοκηρυκτικό του έργο («Ομιλίαι εις την Εξαήμερον» κ.α.), η συμβολή του στην διαμόρφωση της Θ. Λειτουργίας, της ακολουθίας του Όρθρου και η διοργάνωση του μοναχισμού, αλλά και η τεράστια επιτυχία του στο κοινωνικό έργο που ανέλαβε, όταν ο φοβερός λιμός του 368/9 σκόρπιζε τον θάνατο στους περισσότερο πτωχούς της Καισάρειας. Οργάνωσε την περίθαλψη των αρρώστων και των πτωχών, λειτούργησε συσσίτια για τους παραπάνω και μάλιστα για τα παιδιά.

Η αυστηρή άσκηση, η υπερβολική και αδιάκοπη εργασία και το προσβλημένο συκώτι του θα τον φέρουν έκτοτε πολλές φορές στο χείλος του θανάτου.

Το 370 πέθανε ο Ευσέβιος Καισαρείας. Ο Βασίλειος ήταν πάλι άρρωστος, αλλά έκρινε ότι όφειλε να εργαστεί για να εκλεγεί μητροπολίτης Καισαρείας. Ο Γρηγόριος Θεολόγος τον απέτρεψε, αλλά εκείνος επέμενε και με την βοήθεια του γερο-Γρηγορίου Ναζιανζού, του Ευσεβίου Σαμοσάτων και λίγων ακόμη ορθοδόξων εκλέχτηκε μητροπολίτης, κατά τον Σεπτέμβριο μάλλον, παρά το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί γι’ αυτόν. Την άσκηση των καθηκόντων του ως μητροπολίτης άρχισε με δυσμενείς συνθήκες. Στην αρχή, οι αντίπαλοί του χωροεπίσκοποι και όσοι λίγο-πολύ αρειάνιζαν δεν τον αναγνώριζαν, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν ο Ευσέβιος Σαμοσάτων και ο Γρηγόριος Νανζιανζού.

Μόλις τακτοποίησε κάπως τα της μητροπόλεώς του, στράφηκε το 371 στην αντιμετώπιση των γενικότερων θεμάτων της Εκκλησίας και μάλιστα προσπάθησε να λύσει το περίφημο αντιοχειανό σχίσμα, που κρατούσε διηρημένους τους ορθοδόξους. Απευθύνθηκε, λοιπόν, στην Αντιόχεια και στους δυτικούς με γράμματα και απεσταλμένους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το έτος αυτό, κι ενώ προσπαθούσε να απαντήσει στους αδίστακτους συκοφάντες του, δέχτηκε τις πιο φοβερές πιέσεις και απειλές από τον αυτοκράτορα Ουάλη, ο οποίος επιδίωκε αναγνώριση της φιλοαρειανικής πολιτικής του. Μετά τα μέσα Δεκεμβρίου, μάλιστα, έφτασε στην Καισάρεια ο έπαρχος Μόδεστος (που είχε υποτάξει σχεδόν όλες τις μικρασιατικές Εκκλησίες στον αρειανισμό) και κάλεσε με σκαιότητα τον Βασίλειο να αλλάξει πολιτική, απειλώντας τον με δήμευση της περιουσίας του (που δεν είχε) και με θάνατο. Από την συνάντηση Μοδέστου και Βασιλείου διασώθηκε ο περίφημος και μνημειώδης για την ιστορία της Εκκλησίας διάλογός τους, τον οποίο γνωρίζουμε από τον Γρηγόριο Θεολόγο.

Ο Βασίλειος τότε φανέρωσε όλο το μεγαλείο του, αλλά οι εχθροί του δεν απογοητεύτηκαν. Τα Θεοφάνεια του 372 ο Ουάλης μπήκε στον ναό στον οποίο λειτουργούσε ο Βασίλειος με δώρα, που ο Βασίλειος δέχτηκε, όπως δέχτηκε στο ιερό και τον ίδιο τον κακόδοξο αυτοκράτορα. Λίγο μετά όμως ο Ουάλης θέλησε να εξορίσει τον Βασίλειο. Η απόφαση δεν εκτελέστηκε, γιατί στο μεταξύ ο Βασίλειος προσευχήθηκε για την σωτηρία του μικρού Γαλάτη, γιου του Ουάλη. Όταν αργότερα ο Γαλάτης πέθανε, ο Ουάλης πάλι πείστηκε από τους αρειανόφρονες αυλικούς του να υπογράψει την εξορία του Βασιλείου, αλλά στο χέρι του έσπασαν διαδοχικά τρεις «κάλαμοι», με τους οποίους θα υπέγραφε το διάταγμα. Τότε ο Ουάλης, αντί να εξορίσει τον Βασίλειο, έθεσε στην διάθεσή του κτήματα χάριν των λεπρών που φρόντιζε ο Βασίλειος.

Την άνοιξη του 372 αύξησε την πολύπλευρη δραστηριότητά του. Έτσι, παρ’ όλες τις δυσκολίες, άρχισε την ανοικοδόμηση της περίφημης Βασιλειάδας, συγκροτήματος ευαγών ιδρυμάτων. Ο ίδιος βρισκόταν πολύ συχνά στο εργοτάξιο. Το ενδιαφέρον του για τα ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα του λαού αποδεικνύεται από επιστολές του της εποχής (π.χ. Επιστολές 104, 110, 84, 86, 107-109), σύμφωνα με τις οποίες προσπαθούσε να λύσει προβλήματα εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου, ιερέων, ορφανών, αδικημένων, συγγενών και συμπατριωτών του.

Παράλληλα, εργάστηκε για τα γενικότερα προβλήματα της Εκκλησίας. Συνέχισε τις προσπάθειές του για τα γενικότερα προβλήματα της Εκκλησίας και της μητροπόλεώς του. Τότε πρότεινε και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν οι εγγύς της Ορθοδοξίας να ενώνονται με τους ορθοδόξους: να ομολογούν το Σύμβολο Νικαίας με την προσθήκη ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κτίσμα (Επιστολές 103-104).

Τέλος Μαΐου (πιθανότατα) ο Ουάλης ανέθεσε στον Βασίλειο την λύση εκκλησιαστικών προβλημάτων στην Μικρή Αρμενία, που ανέκαθεν είχε κάποια εξάρτηση εκκλησιαστική από την Καισάρεια. Ο Βασίλειος ξεκίνησε για την Σεβάστεια, υπολογίζοντας στην βοήθεια του μητροπολίτη Νικοπόλεως Θεοδότου και στην ηθική συμπαράσταση του εξόριστου στα Γήτασα Μελετίου Αντιοχείας. Ο Θεόδοτος όμως από την μια μεριά και ο Ευστάθιος Σεβαστείας από την άλλη μετέτρεψαν την αποστολή του σε μαρτύριο.

Το φθινόπωρο κατηγορήθηκε από ένα μοναχό ότι δεν φρονεί ορθά περί του αγίου Πνεύματος. Η κατηγορία κυκλοφόρησε πολύ στην Ναζιανζό. Ο Γρηγόριος Θεολόγος ήλθε στην Καισάρεια και, καθώς πληροφορεί, άκουσε από το στόμα του Βασιλείου ότι το άγιο Πνεύμα είναι Θεός. Συμφώνησαν όμως, για λόγους τακτικής, να εφαρμοστεί «οικονομία» και να μη διαδηλώνει ο Βασίλειος την αλήθεια αυτή, αποβλέποντας στην προσέλκυση των ομοιουσιανών. Και πράγματι την ίδια εποχή ή στις αρχές του 373, προς στιγμή, έπεισε τον ομοιουσιανό Ευστάθιο Σεβαστείας να υπογράψει ορθόδοξη ομολογία, την οποία όμως αργότερα ο τελευταίος αρνήθηκε, υπακούοντας στους πολλούς και κακόβουλους οπαδούς του.

Στις αρχές του 373 έπεισαν πάλι τον Ουάλη να εξορίσει τον Βασίλειο. Την εκτέλεση όμως της αποφάσεως ματαίωσε πρόσωπο της αυλής. Περιμένοντας την εξορία του, ο Βασίλειος εργαζόταν για την ενότητα της όλης Εκκλησίας και την συνεννόηση με τους ευσταθιανούς-ομοιουσιανούς. Τότε οι τελευταίοι κυκλοφόρησαν ευρύτατα δύο κείμενα. Το ένα επιγραφόταν «Ρήματα αιρετικών» και περιείχε κακοδοξίες του Απολιναρίου και του Σαβελλίου. Το άλλο επιχειρούσε την αναίρεση του Απολιναρίου. Το πρώτο κυκλοφορούσε ανώνυμα και άφηναν να νοηθεί ότι ανήκε στον Βασίλειο. Στο δεύτερο κατηγορούσαν τον Βασίλειο ότι συμμεριζόταν τις απόψεις του Απολιναρίου, με τον οποίο τάχα βρισκόταν σε αλληλογραφία, ενώ αλήθεια ήταν μόνο ότι ο Βασίλειος είχε γράψει πριν 17 χρόνια ένα μη θεολογικό γράμμα στον Απολινάριο, όταν ακόμα και οι δύο ήταν λαϊκοί.

Τον Ιούνιο του 373 αρρώστησε τόσο βαριά, που κυριολεκτικά έζησε για κάμποσο διάστημα μεταξύ ζωής και θανάτου. Τέλος Ιουλίου τον μετέφεραν κάπου για θερμά λουτρά, όπου έμενε ολόκληρο μήνα. Τον Σεπτέμβριο είχε συνέλθει κάπως και μπορούσε να συζητήσει με τον απεσταλμένο από την Δύση Ευάγριο, που όμως δεν έφερνε ευχάριστα νέα. Οι δυτικοί δεν βρήκαν ικανοποιητικά τα προς αυτούς γράμματα του Βασιλείου και ζητούσαν να τους δώσει και άλλες εξηγήσεις, οι οποίες να τεθούν ως βάση προς άρση του αντιοχειανού σχίσματος.

Μετά την κοίμηση του Αθανασίου (2.5.373) όλες πλέον οι τοπικές Εκκλησίες Ανατολής και Δύσεως, είτε συμφωνούσαν είτε διαφωνούσαν με τον Βασίλειο ένιωθαν ότι χωρίς αυτόν δεν μπορούσε να γίνει κάτι μόνιμο και σοβαρό. Γι’ αυτό και όλες είχαν θετικά ή αρνητικά στραμμένη την προσοχή τους στην Καισάρεια, από τον επίσκοπο της οποίας πολλές ζητούσαν βοήθεια ή και επέμβαση στα εσωτερικά τους, όπως π.χ. συνέβαινε με διάφορες μικρασιατικές Εκκλησίες. Ήδη ο Βασίλειος είχε γίνει η κατ’ εξοχήν κεφαλή της Εκκλησίας (όπως παλαιότερα ο Αθανάσιος), ο γνησιότερος εκφραστής της Παραδόσεώς της.

Το 374 συνέχισε όλες τις δραστηριότητές του. Χειροτόνησε μάλιστα επίσκοπο Ικονίου τον μαθητή του Αμφιλόχιο, με ερωτήσεις του οποίου άρχισε την σύνταξη κανόνων, λίγους μήνες μετά. Το Πάσχα αρρώστησε πάλι βαριά. Πυρετοί υψηλοί, συκώτι, νεφρά, κοιλιακές διαταραχές κ.α. του αφαιρούσαν κάθε δύναμη. Μια παρηγοριά ήταν τότε οι επιστολές του Ασχολίου Θεσσαλονίκης, μέσω του οποίου διηύρυνε την επιρροή του στον ελλαδικό χώρο. Στις 5 Σεπτεμβρίου έγινε ο εγκαινιασμός του συγκροτήματος της Βασιλειάδας. Όσο αυξάνει το κύρος του Βασιλείου, τόσο οι εχθροί του τον πολεμούν. Οργάνωσαν μάλιστα τόση τρομοκρατία στους πιστούς, ώστε και οι συμπατριώτες του Νεοκαισαρείς να αποφεύγουν να τον χαιρετίσουν, για να μην υποστούν συνέπειες από τους κρατούντες, που επηρεάζονταν από επισκόπους αρειανόφρονες και μάλιστα ευσταθιανούς. Όλο το φθινόπωρο προσπάθησε με συνάξεις επισκόπων και συμμετοχή σε συνόδους ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή.

Παράλληλα ο νέος βικάριος Πόντου, ο Δημοσθένης, δυσχέραινε πολύ το έργο του Βασιλείου ως μητροπολίτης. Παρ’ όλα αυτά ο Βασίλειος την άνοιξη τελείωσε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του κι ένα από τα σημαντικότερα της εκκλησιαστικής γραμματείας, το «Περί του Αγίου Πνεύματος».

Την ίδια εποχή ή το καλοκαίρι (375) ανανέωσε το εγχείρημα να πείσει τους Δυτικούς γενικά και τους ιταλούς και γάλλους επισκόπους ειδικά. Ζητούσε από αυτούς να κατανοήσουν την εκκλησιαστική κατάσταση της Ανατολής, να δουν ποιοι ορθοδοξούν και να συμβάλουν στη λύση των προβλημάτων, αφ’ ενός με σύγκληση συνόδου και αφ’ ετέρου με επέμβαση στην Αντιόχεια υπέρ του Μελετίου. Το καλοκαίρι πέρασε κρίση της πολύπλευρης αρρώστιας του. Επικοινωνούσε όμως με τις Εκκλησίες, στέλνοντας και παίρνοντας γράμματα. Τότε έγραψε μία έξοχη Επιστολή (204) προς τους συμπατριώτες του Νεοκαισαρείς, προς τους οποίους, μεταξύ άλλων, εξέφρασε με ιερή τόλμη την βαθιά του αυτοσυνειδησία, ότι όποιος δεν επικοινωνεί μαζί τους αποκόπτει τον εαυτό του από την Εκκλησία.

Τέλος 375 ή αρχές 376, όταν ο Ουάλης βρισκόταν στην Αντιόχεια, οι κακόδοξοι κινήθηκαν δραστήρια κατά του Βασιλείου, τον οποίο ειδοποίησαν ότι έπρεπε να περιμένει να κληθεί σε απολογία ενώπιον του αυτοκράτορα. Φίλοι του συνέστησαν να ζητήσει μόνος τους να δώσει εξηγήσεις στον Ουάλη. Δεν το έκανε και ο Ουάλης υποχώρησε.

Τον Ιανουάριο του 376 άφησε την τελευταία του αναλαμπή ως μεγάλος θεολόγος: αντιμετώπισε το πρόβλημα της γνώσεως του Θεού, υπογραμμίζοντας, για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια, ότι ο άνθρωπος γνωρίζει τις ενέργειες και όχι την ουσία του Θεού.

Λίγο πριν από το Πάσχα φάνηκαν οι καρποί της τακτικής και της θεολογίας του. Από την Ρώμη επέστρεψαν οι απεσταλμένοι του Δωρόθεος και Σαγκτήσιμος, φέρνοντας επιτέλους κείμενο του Ρώμης Δαμάσου, στο οποίο έλειπε η παλιά του κακόδοξη διατύπωση (ταύτιση φύσεως και υποστάσεων των θείων προσώπων). Από την στιγμή αυτή όλα εξομαλύνονται.

Μετά το Πάσχα εφοδιάζει τον Σαγκτήσιμο με γράμματα και τον αποστέλλει με οδηγίες στην Αντιόχεια και άλλες πόλεις της Ανατολής, από τους επισκόπους των οποίων ζητούσε σύμφωνη γνώμη, για να προωθήσει τα σχέδιά του προς σύγκληση μεγάλης συνόδου, η οποία όμως συνήλθε 10 περίπου μήνες μετά την κοίμησή του. Παράλληλα, ο βικάριος Δημοσθένης είχε εκτραχυνθεί. Κατέφυγε σε διωγμούς και βιαιοπραγίες σε βάρος κληρικών που ακολουθούσαν τον Βασίλειος, συγκαλούσε παράνομες συνόδους και προέβαινε σε κάθε είδους πράξη, που θα ταπείνωνε και θα εξασθενούσε τον Βασίλειο, ελπίζοντας έτσι ότι θα τον κάμψει.

Ο χειμώνας του 376/7 και η μεγάλη σωματική του αδυναμία των ανάγκασαν να μείνει έγκλειστος. Μπορούσε όμως να θεολογεί. Έτσι, μολονότι προσπάθησε να το αποφύγει, απάντησε στα χριστολογικά προβλήματα που έθεταν οι κακοδοξίες του Απολιναρίου, έγραψε στον Διόδωρο Ταρσού περί του πώς πρέπει να συντάσσει ο χριστιανός ένα βιβλίο, μεσολάβησε στην ειρήνευση μοναχών στην Παλαιστίνη, με παράκληση του Επιφανίου Σαλαμίνας Κύπρου.

Αρχές της ανοίξεως έγραψε την περίφημη Επιστολή 263 προς τους Δυτικούς, στην οποία πρότεινε μεταξύ άλλων την καταδίκη των Απολιναρίου, Ευσταθίου Σεβαστείας και Παυλίνου (του τελευταίου οπαδού του Μαρκέλλου Αγκύρας), των οποίων ανέλυε τις κακοδοξίες. Η Δύση όμως δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο. Ο Δάμασος μάλιστα Ρώμης, πριν λήξει το 377, κάλεσε σύνοδο και αναγνώρισε την πέτρα σκανδάλου της Ανατολής, τον Παυλίνο, ως κανονικό επίσκοπο Αντιοχείας. Αυτό αποτέλεσε φοβερό πλήγμα για τον Βασίλειο και επιδείνωσε την ήδη κακή κατάσταση της υγείας του. Τον χειμώνα του 377/ 8 ήταν πάλι άρρωστος και γι᾽ αυτό έγκλειστος. Επικοινωνούσε μόνο με επιστολές, τι οποίες τώρα έγραφε κυρίως για να πείσει τους διστάζοντες και τους αντιτιθέμενους να δεχτούν τις θεολογικές του θέσεις και την εκκλησιαστική του τακτική, με σκοπό να ομονοήσουν οι ορθοφρονούντες.

Οι εχθροί του, κρατικοί κι εκκλησιαστικοί, συνέχισαν εντονότερα τον εναντίον του πόλεμο, ενώ εκείνος εξασθενούσε όλο και περισσότερο σωματικά. Μπορούσε να κινείται λίγο, στην πόλη της Καισάρειας μόνο. Τον Αύγουστο πέθανε ο Ουάλης. Αλλά και το τέλος του Β. πλησίαζε. Τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο έμεινε κλινήρης. Στο τέλος ακριβώς του Δεκεμβρίου, αφού χειροθέτησε τους συνεχιστές του ποιμαντικού του έργου, ψέλλισε τους λόγους «εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου» και αναπαύτηκε. Το γεγονός συγκλόνισε τον χριστιανικό κόσμο. Την 1η Ιανουαρίου 379 κηδεύτηκε με πρωτοφανείς εκδηλώσεις σεβασμού και τιμής από εχθρούς και φίλους. Την ίδια ημέρα η Εκκλησία τιμά την μνήμη του.

Λίγα θαυμαστὰ γεγονότα ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου

Ὅταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης, ὁ ἀσεβὴς καὶ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, θέλησε νὰ πάει στὴν Περσία νὰ πολεμήσει πέρασε κοντὰ ἀπὸ τὴν Καισαρεία. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τὸν ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα ὅπου ἦταν συμφοιτητὲς πῆγε μαζὶ μὲ τὸν λαὸ νὰ τὸν τιμήσει. Ὁ Ἰουλιανὸς ἀπαίτησε νὰ τοῦ δωρίσει, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε τίποτε ἄλλο, τρεῖς ἀπὸ τοὺς κριθαρένιους ἄρτους του. Ὁ Ἅγιος τὸ ἔκανε καὶ ὁ Ἰουλιανὸς διέταξε τοὺς ὑπηρέτες νὰ ἀνταμείψουν τὴ δωρεὰ καὶ νὰ δώσουν χόρτο ἀπὸ τὸ λειβάδι. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος βλέποντας τὴν καταφρόνηση τοῦ βασιλιὰ τοῦ εἶπε «ἐμεῖς, βασιλιὰ ὅτι μας ζήτησες ἀπὸ κεῖνο ποὺ τρῶμε σου τὸ προσφέραμε κι ἐσύ μας ἀντάμειψες ἀπὸ κεῖνο ποὺ τρῶς». Τότε ὁ Ἰουλιανὸς θύμωσε πάρα πολὺ καὶ ἀπείλησε, ὅτι ὅταν θὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν Περσία νικητής, θὰ κάψει τὴν πόλη καὶ τὸν λαὸ θὰ τοὺς πάρει δούλους. Ὅσο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἅγιο Βασίλειο θὰ τὸν ἀνταμείψει ὅπως πρέπει.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὅταν πῆγε στὴν πόλη ζήτησε ἀπὸ τὸ λαὸ νὰ μαζέψουν ὅτι πολύτιμο εἶχαν καὶ νὰ τὸ ἀποθηκεύσουν κάπου ἕως ὅτου ἐπιστρέψει ὁ φιλοχρήματος Ἰουλιανὸς γιὰ νὰ τοῦ τὸ προσφέρουν. Ἴσως κι ἔτσι κατευνάσουν τὴν ὀργή του.

Ὅταν ἔμαθε ὅτι ἐπιστρέφει ὁ ἄφρων βασιλιάς, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ζήτησε ἀπὸ τοὺς πολίτες νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ νηστεύσουν τρεῖς μέρες. Μετὰ ὅλοι μαζὶ ἀνέβηκαν στὸ δίδυμον ὅρος τῆς Καισαρείας ὅπου στὴ μιὰ ἀπὸ τὶς δυὸ κορυφὲς ἦταν ὁ ναὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐκεῖ προσευχόμενος ὁ Ἅγιος εἶδε σὲ ὀπτασία, μιὰ μεγάλη οὐράνια στρατιά, νὰ κυκλώνει τὸ ὄρος καὶ στὴ μέση νὰ κάθεται σὲ θρόνο μία γυναῖκα (ἡ Παναγία) καὶ νὰ δοξάζεται, ἡ ὁποία γυναῖκα εἶπε στοὺς ἀγγέλους νὰ τῆς φέρουν τὸν Μερκούριο γιὰ νὰ φονεύσει τὸν Ἰουλιανό, τὸν ἐχθρό του υἱοῦ της. Ἔπειτα εἶδε τὸν Μάρτυρα Μερκούριο νὰ φθάνει ὁπλισμένος μπροστὰ στὴν βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων κι ὅταν ἐκείνη τὸν πρόσταξε αὐτὸς νὰ φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο ποὺ ἦταν γραμμένη ὅλη ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως κι ἔπειτα τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου ἦταν ἡ ἐπιγραφὴ «Εἶπε» καὶ στὸ τέλος τοῦ βιβλίου ἐκεῖ ποὺ ἔγραφε γιὰ τὴν πλάση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἡ ἐπιγραφὴ «Τέλος». Μόλις εἶδε τὴν ὀπτασία αὐτὴ ὁ Ἅγιος ξύπνησε.

Τὸ νόημα τῆς ὀπτασίας τοῦ βιβλίου, ἦταν ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔγραψε, ὄντως, ἑρμηνεία στὴν Ἑξαήμερόν του Μωϋσέως στὴν ὁποία διηγεῖται, πὼς ὁ Θεὸς ἐποίησε τὸν οὐρανό, τὴν γῆ, τὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, τὴ θάλασσα, τὰ ζῷα καὶ ὅλα τὰ αἰσθητὰ κτίσματα. Ὅταν ὅμως, ἔμελλε νὰ γράψει καὶ γιὰ τὴν ἕβδομη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα, τότε ὁ Μέγας αὐτὸς Ἅγιος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴ γῆ καὶ πῆγε στοὺς οὐρανοὺς νὰ συναντήσει τὸν Κύριόν του ποὺ μὲ δύναμη ἀγάπησε καὶ ποὺ γι’ Αὐτὸν μέσα σὲ πολὺ σύντομο διάστημα ποὺ ἔζησε ἔπραξε τόσα πολλὰ καὶ τόσο μεγάλα. Τὸ ἔργο τοῦ συμπλήρωσε κατόπιν ὁ ἀδελφός του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νύσσης, ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴν ἕβδομη ἡμέρα τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν ὁ Ἅγιος εἶδε τὴν ὀπτασία, πῆγε στὴν πόλη μὲ μερικοὺς κληρικούς, στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, ὅπου μὴ βρίσκοντας τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ τὰ ὄπλα τοῦ ποὺ φυλάσσονταν στὸν Ναὸ ἕναν αἰῶνα ἀφότου μαρτύρησε ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Βαλεριανοῦ καὶ Βαλερίου, κατάλαβε τί εἶχε συμβεῖ κι ἔτρεξε ἀμέσως στὸ λαὸ νὰ τοὺς εἰδοποιήσει ὅτι ὁ ἄφρων Ἰουλιανὸς φονεύθηκε.

Βλέποντας τὸ θαῦμα οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὴν παρρησία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου δὲν θέλησαν νὰ πάρουν πίσω τὴν περιουσία ποὺ εἶχαν ἀποθηκεύσει γιὰ τὸν τύραννο Ἰουλιανό. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀφοῦ τοὺς ἐπαίνεσε γιὰ τὴν πράξη τους, τὸ ἕνα τρίτο του ποσοῦ τοὺς τὸ ἔδωσε καὶ τὰ ὑπόλοιπο ποσὸ τὸ διέθεσε γιὰ νὰ κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεῖα, νοσοκομεῖα, γηροτροφεία καὶ ὀρφανοτροφεῖα.

Μετὰ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν παραβάτη, βασίλευσε ὁ θεοσεβὴς Ἰοβιανὸς μόνο γιὰ ἕνα χρόνο καὶ κατόπιν τὴ βασιλεία παρέλαβαν ὁ Οὐαλεντιανὸς καὶ ὁ ἀδελφός του Οὐάλης ποὺ ἦταν αἱρετικός, ὀπαδὸς τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ Οὐάλης ἀφοῦ πῆρε μὲ τὸ μέρος τοῦ ὅλους τους ἐπισκόπους, θέλησε νὰ κάμψει καὶ τὸν Μέγα Βασίλειο ποὺ ἔμαθε ὅτι ἦταν ἀνένδοτος. Ἔστειλε δυὸ δικούς του ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀπειλὲς προσπάθησαν νὰ ἀποδεχθεῖ ὁ Ἅγιος τὶς αἱρετικὲς καὶ βλάσφημες δοξασίες τοῦ Ἀρείου. Ὁ ἕνας, μάλιστα ὁ ἄρχοντας Μόδεστος ἀφοῦ γύρισε ἄπραγος στὸν βασιλιὰ τοῦ εἶπε ὅτι, εὐκολότερο εἶναι νὰ μαλακώσει κανεὶς τὸ σίδηρο παρὰ τὴν γνώμη τοῦ Βασιλείου. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ βασιλιὰς Οὐάλης θέλησε νὰ πάει ὁ ἴδιος στὸν Μέγα Βασίλειο. Αὐτὸ καὶ ἔκανε. Ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, ὅταν ἔφθασε ὁ βασιλιὰς στὸν Ναό. Ἐκεῖ εἶδε τὴν τάξη καὶ τὴν ἡσυχία τῶν Χριστιανῶν ποὺ παρακολουθοῦσαν, τὸν Ἅγιο Βασίλειο νὰ τοὺς διδάσκει, σεμνός, ἀπέριττος, μὲ λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία καὶ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ βασιλιὰς ἔδειξε νὰ μετανιώνει κι ἀφοῦ μίλησε μὲ τὸν Ἅγιο, ἔφυγε.

Οἱ Ἀρειανοὶ Ἀρχιερεῖς, ὅμως καὶ πάλι μετέβαλαν τὴ γνώμη τοῦ βασιλιὰ καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ ἐξορίσει τὸν Ἅγιο. Ὅρισε τότε ὁ βασιλιὰς νὰ συντάξουν ἕνα κείμενο μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας τοῦ Ἁγίου. ‘Ομως, βλέποντας ὅτι τὸ χέρι ἐκείνου ποὺ θὰ ἔγραφε τὴν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας, ξεράθηκε καὶ τὸ ἴδιο τοῦ τὸ παιδὶ ἀρρώστησε βαριά, κάλεσε τὸν Ἅγιο νὰ προσευχηθεῖ. Καὶ κεῖνος μόνο ποὺ εἶδε τὸ παιδὶ τὸ ἴασε. Καὶ τὸν Μόδεστο, ἀκόμη γιάτρευσε ποὺ καὶ κεῖνος κινδύνευε νὰ πεθάνει. Αὐτὰ εἶδε ὁ βασιλιὰς καὶ γύρισε στὸ θρόνο του.

Ὁ βασιλιὰς Οὐάλης ἀργότερα, θέλησε νὰ χωρίσει τὴν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας σὲ δυὸ ἐπαρχίες, μὲ ἕδρα τὴν Καισάρεια στὴ μία καὶ τὰ Τύανα στὴν ἄλλη. Οἱ ἐπίσκοποι αἱρετικοὶ ὅπως ἦταν βρῆκαν εὐκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικοῦσαν μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο νὰ χωρίσουν καὶ τὶς Μητροπόλεις σὲ δυό, ὁρίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στὰ Τύανα. Τότε ὁ Ἅγιος μὲ ταπείνωση τοὺς εἶπε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ὑποχρέωση νὰ ἀκολουθεῖ τὴν βασιλεία, ἀλλὰ ἡ βασιλεία τὴν Ἐκκλησία, οὔτε εἶναι πρέπον νὰ χωρίζουν οἱ Μητροπολῖτες, οἱ μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ ἐπειδὴ χώρισαν οἱ ἔπαρχοι. Δὲν τὸν ἄκουσαν ὅμως οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὅρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Ἄνθιμον. Κι ὄχι μόνο αὐτὸ ἀλλὰ ἔκλεψαν καὶ κάποια κτήματα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ὀρέστου ποὺ ἦταν στὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ὁ Ἅγιος ὡς μιμητὴς Χριστοῦ, εἰρήνευσε καὶ ἀρκέσθηκε στὴν ἐπαρχία τῆς Καισαρείας. Βλέποντας ὁ Θεὸς τὴν ὑπομονή του, σύντομα τιμώρησε τὸν Μητροπολίτη Τυάνων Ἄνθιμον καὶ ἑνώθηκαν καὶ πάλι οἱ ἐπαρχίες. Τότε εἶναι καθὼς λένε ὅτι χειροτόνησε ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο Ἐπίσκοπο στὰ Σάσιμα.

Ἀργότερα πάλι, μὲ περίσσιο θράσος οἱ Ἀρειανοὶ ἐπίσκοποι καὶ μὲ τὴν ἄδεια τοῦ βασιλιὰ Οὐάλη ἐκδίωξαν τὸν Ὀρθόδοξο Ἀρχιερέα τῆς Νίκαιας καὶ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλης καὶ κατέλαβαν τὸν Μητροπολιτικὸ Ναό. Τότε ἔδρασε γι’ ἄλλη μιὰ φορᾶ ὁ Μέγας αὐτὸς Ἅγιος της Ἐκκλησίας μας καὶ ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ βασιλιὰ νὰ διευθετήσει ὅπως αὐτὸς ἤθελε μὲ τὸν τρόπο του, ἀρκεῖ νὰ εἶναι δίκαιος καὶ γιὰ τὰ δυὸ μέρη, ἔφθασε στὴ Νίκαια καὶ εἶπε νὰ σφραγίσουν τὸν Ναὸ καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ Ἀρειανοὶ καὶ ἀφοῦ προσευχηθοῦν πρῶτα οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου, ἐὰν ἀνοίξουν οἱ πύλες νὰ πάρουν αὐτοὶ τὸν Ναό, ἐὰν ὅμως ὄχι νὰ προσευχηθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ ἐὰν ἀνοίξουν οἱ πύλες νὰ τοὺς δοθεῖ καὶ πάλι ὁ Ναὸς ἐὰν ὄχι νὰ πάει στοὺς Ἀρειανούς. Συμφώνησαν ὅλοι καὶ περισσότερο οἱ Ἀρειανοὶ ἀφοῦ πλεονεκτοῦσαν στὴ περίπτωση ποὺ δὲν ἄνοιγαν οἱ πύλες. Ἔτσι κι ἔγινε. Προσευχήθηκαν πρῶτα οἱ Ἀρειανοί, γιὰ τρεῖς ἡμέρες. Πῶς νὰ τοὺς ἀκούσει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτοὶ τὸν ὑβρίζουν; Οἱ πύλες καὶ βέβαια ἔμειναν κλειστές. Μετὰ προσευχήθηκαν οἱ Ὀρθόδοξοι μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸν Μητροπολιτικὸ Ναό. Κατόπιν ὁ Ἅγιος Βασίλειος μὲ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πῆγαν στὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ καὶ ὅταν ἀκούσθηκε ὁ Μέγας Βασίλειος νὰ λέει «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ἔσπασαν οἱ μοχλοὶ καὶ οἱ κλειδαριὲς καὶ οἱ πύλες ἄνοιξαν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα ὁ Ναὸς ἐπανῆλθε στοὺς Ὀρθοδόξους καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστούς του Ἀρείου ἔγιναν Ὀρθόδοξοι.

Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος

Μαθαίνοντας ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος, τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ποιὸς εἶναι ὁ Ἅγιος. Εἶδε τότε στήλη πυρὸς ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ ἄκουσε μία φωνὴ νὰ λέει: «Ἐφραίμ, Ἐφραίμ, καθὼς τὴν πυρίνην ταύτην στήλην, τοιοῦτος εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἔρημο παίρνοντας μαζί του ἕνα διερμηνέα ποὺ νὰ μιλάει τὴν Ἑλληνικὴ καὶ Συριακὴ γλῶσσα καὶ πῆγε νὰ βρεῖ τὸν Ἅγιο Βασίλειο. Ἔφθασε τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, ὅταν τὴν ὥρα ἐκείνη λειτουργοῦσε ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ βλέποντας ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ τὰ λαμπρὰ καὶ πολύτιμα ἄμφια τὰ ὁποῖα φοροῦσε ὁ Ἅγιος Βασίλειος, θέλησε νὰ φύγει γιατί νόμιζε ὅτι μάταια πῆγε. Τότε ἔστειλε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἕνα διάκονο νὰ βρεῖ στὴ δυτικὴ πύλη τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ τὸν φέρει στὸ ἱερό. Ὁ Ὅσιος δὲν θέλησε νὰ πάει λέγοντας στὸν διάκονο, ὅτι μᾶλλον πλανήθηκε ὁ Ἀρχιερέας, γιατί αὐτοὶ εἶναι ξένοι. Ἔστειλε πάλι τὸν διάκονο ὁ Ἅγιος Βασίλειος λέγοντάς του νὰ τοῦ πεῖ «Κύριε Ἐφραίμ, ἐλθὲ εἰς τὸ Ἅγιον Βῆμα, διότι σὲ καλεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε ἔτσι ὁ Ὅσιος ὅτι στήλη πυρὸς ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ πῆγε στὸ Ἅγιο Βῆμα καὶ ἀφοῦ τὸν ἀσπάσθηκε συνομίλησε μαζί του γιὰ πνευματικὰ θέματα καὶ θεία νοήματα.

Μιὰ χάρη σου ζητῶ, Ἅγιε Δέσποτα τοῦ εἶπε μέσῳ τοῦ διερμηνέα τοῦ ὁ Ὅσιος ἐφραίμ, νὰ προσευχηθεῖς στὸν Κύριό μας νὰ μοῦ χαρίσει τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τὴν δύναμη νὰ μιλήσω Ἑλληνικά. Προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ τὸ θαῦμα. Ὁ Ὅσιος πραγματικὰ μίλησε Ἑλληνικά. Κατόπιν ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐχειροτόνησε τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ Ἱερέα καὶ τὸν διερμηνέα τοῦ Διάκονο.

Μιμητὴς Χριστοῦ

Ὅταν κάποτε παρατήρησε τὸν τοπικὸ ἄρχοντα γιὰ μία ἀδικία ποὺ ἔκανε σὲ μία χήρα γυναῖκα, κι ἀφοῦ ὁ ἄρχοντας δὲν συμμορφώθηκε, ἀναγκάσθηκε ὁ Ἅγιος νὰ τοῦ πεῖ, ὅτι ὅπως ἔμενε ἀσυγκίνητος στὶς ἐκκλήσεις αὐτῆς τῆς ἀδικημένης γυναίκας ἔτσι κάποιοι θὰ μένουν ἀσυγκίνητοι ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ ἔχει τὴν ἀνάγκη τους. Ἔτσι ἔγινε ὅταν ὁ βασιλιὰς τοῦ ἔδειξε τὴν ὀργή του, ὀδηγώντας τὸν σιδηροδέσμιο οἱ στρατιῶτες του στὶς πόλεις γιὰ νὰ πληρώσει τὶς ἀδικίες ποὺ εἶχε κάνει. Τότε κατάλαβε τὴν πρόρρηση τοῦ ἁγίου καὶ παρακάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ τὸν Θεὸ νὰ τὸν λυπηθεῖ. Ὁ ἀμνησίκακος Ἅγιος προσευχόμενος στὸν Θεὸ καὶ μόνο μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἠρέμησε τὸ βασιλιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ ἕξι μέρες ἀφ’ ὅτου ὁ δυστυχὴς ἄρχοντας παρακάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο ἔφθασε γράμμα ἀπὸ τὸ βασιλιὰ ὅπου τὸν ἐλευθέρωνε. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο συνετίσθηκε ὁ ἄρχοντας κι ἀναγνώρισε τὴν καλωσύνη τοῦ Ἁγίου τὸν ὁποῖο κι εὐχαρίσθησε. Καὶ στὴ γυναῖκα ποὺ εἶχε ἀδικήσει ἔδωσε διπλάσιο τὸ ποσό.

Πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας πορείας του, καθὼς μετέβαινε στὴν Ἐκκλησία, μία ἁμαρτωλὴ γυναῖκα ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ ρίχνοντας ἕνα γράμμα στὸ ὁποῖο ἔγραψε τὶς ἁμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν ἡ ἴδια νὰ τὶς ξεστομίσει καὶ κλαίγοντας παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιο νὰ τὸ διαβάσει καὶ νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες της. Ὁ Ἅγιος τὴν παρηγόρησε, καὶ εἶπε ὅτι μόνο ὁ Κύριος συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, ὅπως ἦταν, κρατοῦσε τὸ γράμμα σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Στὸ τέλος κάλεσε τὴ γυναῖκα καὶ τῆς ἐπέστρεψε τὸ γράμμα. Ἐκείνη μόλις τὸ ἄνοιξε δὲν βρῆκε τίποτε γραμμένο, παρὰ μόνο ἕνα σημεῖο ὅπου ἀναφέρει ἕνα θανάσιμο ἁμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴν λυπηθεῖ καὶ νὰ προσευχηθεῖ καὶ πάλι στὸ Θεὸ νὰ τὴ συγχωρήσει. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τότε τῆς εἶπε νὰ πάει ἀμέσως στὴν ἔρημο νὰ βρεῖ τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ δεηθεῖ αὐτός, στὸν Θεὸ γιὰ τὸ ἁμάρτημά της. Ἡ γυναῖκα χωρὶς νὰ χρονοτριβήσει μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου πῆγε ἀμέσως στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ βρῆκε τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ κι ἀφοῦ τοῦ διηγήθηκε τὴν ἱστορία της, τὸν παρακάλεσε θερμά.

Ὁ Ὅσιος ὅμως τῆς ἀρνήθηκε, λέγοντάς της νὰ πάει στὸν Ἅγιο Βασίλειο ὅπου οἱ δικές του δεήσεις ἔσβησαν τὶς ἁμαρτίες τῆς ἔτσι αὐτὸς πάλι μπορεῖ νὰ δεηθεῖ στὸν Κύριο καὶ γιὰ τὴ μία ἁμαρτία ποὺ ἔμεινε. Νὰ τὸ κάνει σύντομα ὅμως γιατί ὁ Ἅγιος σὲ λίγο πεθαίνει. Ἐκείνη μόλις τὸ ἄκουσε ἔφυγε τρέχοντας νὰ προλάβει ζωντανὸ τὸν Ἅγιο. Ὅταν ἔφθασε, ὅμως ἡ δύστυχη βρῆκε τὸ φέρετρό του καὶ πλῆθος κόσμου πάνω του. Ἔκλαιγε καὶ φώναζε, ρίχνοντας τὸ γράμμα στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου εἶπε σὲ ὅλους τὴν ἱστορία. Κλαίγοντας ἔλεγε ὅτι ὁ Ἅγιος μποροῦσε νὰ δεηθεῖ καὶ γι’ αὐτὴ τὴν ἁμαρτία ἀλλὰ τὴν ἔστειλε σὲ ἄλλον. Ἕνας Ἱερέας τότε θέλησε νὰ δεῖ στὸ γράμμα γιὰ ποιὰ ἁμαρτία μιλοῦσε ἡ γυναῖκα. Καὶ τότε νὰ τὸ θαῦμα. Δὲν ὑπῆρχε στὸ γράμμα τίποτε γραμμένο.

Κατὰ τὴν τελευταία μέρα πάλι τῆς ζωῆς τοῦ ὁ Ἅγιος καὶ Μέγας Βασίλειος ἔκανε Χριστιανὸ τὸν Ἑβραῖο γιατρὸ καὶ φίλο τοῦ Ἰωσὴφ καθὼς καὶ ὅλη του τὴν οἰκογένεια μὲ θαυμαστὸ τρόπο. Ἀφοῦ ὁ γιατρὸς τὸν ἐπισκέφθηκε, ρώτησε ὁ Ἅγιος νὰ τοῦ πεῖ πόσες ὧρες τοῦ μένουν. Αὐτὸς πιάνοντας τὸν σφυγμό του, τοῦ εἶπε ὅτι μένουν λίγες ὧρες, κι ὅτι στὴ δύση τοῦ ἡλίου θὰ πεθάνει. Ὁ Ἅγιος τότε τοῦ εἶπε ὅτι ἂν ζήσει μέχρι τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τί θὰ κάνει. Ὁ Ἰωσὴφ τοῦ εἶπε ὅτι ἂν συμβεῖ κάτι τέτοιο νὰ πεθάνει ὁ ἴδιος. Καλὰ τὸ λὲς τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος νὰ πεθάνεις τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ζήσεις ἐν Χριστῷ. Δέχθηκε ὁ Ἰωσὴφ γιατί ἦταν ἀδύνατο μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους νὰ συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ὅταν ἔφυγε ὁ Ἑβραῖος, προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος στὸν Θεὸ νὰ τοῦ παρατείνει τὴ ζωὴ καὶ γιὰ νὰ δώσει τὴν πραγματικὴ ζωὴ στὸ φίλο του Ἰωσὴφ καὶ στὴν οἰκογένειά του καὶ γιὰ νὰ προλάβει νὰ ἔρθει ἐκείνη ἡ δυστυχισμένη γυναῖκα, ποὺ ἔστειλε στὴν ἔρημο στὸν Ὅσιο Ἐφραίμ. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ δέηση τοῦ ἀγαπημένου δούλου του. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ πρωΐ ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν τὸν Ἑβραῖο γιατρό. Ἐκεῖνος ἀμέσως πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Ἁγίου νομίζοντας ὅτι θὰ τὸν βρεῖ νεκρό. Βλέποντας ὅμως ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἦταν ζωντανὸς χωρὶς κὰν σφυγμὸ καὶ ζωὴ στὶς φλέβες τοῦ ἔπεσε στὰ πόδια του κι ἀναγνώρισε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό. Σὲ λίγο ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος βάπτισε τὸν Ἰωσὴφ μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννη καὶ ὅλη του τὴν οἰκογένεια.

Γύρω στὶς δέκα ρώτησε πάλι ὁ Ἅγιος τὸν φίλο του «Κύριε Ἰωάννη πότε θὰ πεθάνω;» κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε «ὅταν ὁρίσεις ἐσὺ Δέσποτα»

Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου

Κατανοώντας ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὰ προβλήματα ποὺ εἶχαν δημιουργηθεῖ καὶ στὸν κλῆρο καὶ στὸ λαό, νὰ παρακολουθήσουν τὴν μακρὰ Θεία Λειτουργία καὶ τὶς εὐχὲς πρὸς τὸν Θεό, στὴν ὅλη ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, παρακάλεσε τὸν Κύριο μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ νὰ τοῦ φανερώσει τὸν τρόπο νὰ βοηθήσει τοὺς πιστούς. Ὁ τρόπος, θαυμαστός, ὅπως μόνο σὲ ἕναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα καὶ Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας θὰ ταίριαζε. Σὲ ὀπτασία, λοιπόν, εἶδε ὁ Ἅγιος, ὁ σοφότατος Βασίλειος, τὸν Κύριο μὲ τοὺς Ἀποστόλους, νὰ τελεῖ τὴν Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τὶς εὐχὲς ὄχι ὅπως ἀκριβῶς εἶναι γραμμένες στὴ Θεία λειτουργία τοῦ ἀδελφοθέου Ἰακώβου, ἀλλὰ συντετμημένες μὲ τέτοιο τρόπο, ὅπως τὶς συνέθεσε κατόπιν ὁ Ἅγιος στὴ Θεία Λειτουργία του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’

Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου• δἲ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ ὅσιε, Χριστόν τον Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν το μέγα ἒλεος.

Πηγή