ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΗΡΩΕΣ;

Pin It

iroes epanastasi

Σαράντος Καργάκος

«Άλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει η τόλμη και η απόφασίς μας χάνονται», Κ. Καβάφης: «Τρώες».

«Μια φορά κι έναν καιρό… Έτσι άρχιζε το παραμύθι της γιαγιάς και μονομιάς βρισκόμαστε σ’ άλλους κόσμους, αντιμετωπίζαμε μαζί με τους πολεμιστές τους διάφορους κινδύνους, σώζαμε μαζί με τον πανέμορφο ιππότη την εξίσου πανέμορφη βασιλοπούλα από τα χέρια του κακού μάγου και πολεμούσαμε μαζί με το γενναίο ιππότη εναντίον του φοβερού δράκοντα. Όμως, κάποτε ο μύθος τελείωνε και παραχωρούσε τη θέση του στην σκληρή πραγματικότητα, αλλ’ εμείς συνεχίζαμε πλέον στη σκέψη και στα όνειρά μας τα κατορθώματα των αγαπημένων μας ηρώων, επιθυμώντας κάποτε να τους μοιάσουμε. Όλες σχεδόν οι ανθρώπινες γενιές έχουν θηλάσει, χάρη στο παραμύθι, το γάλα του ηρωισμού.

Τώρα βρισκόμαστε στην εξώθυρα του 21ου αιώνα. Έχει περάσει πια η εποχή των φτερωτών τεράτων και των «σιδεροχάρμηδων» πολεμιστών, η εποχή όπου το «τζιν» ενός μαγικού λυχναριού υπηρετούσε τις επιθυμίες και τις διαταγές του αφέντη του. Πέρασε η εποχή των ιπτάμενων χαλιών, η εποχή των ιπποτών, των μαγικών φίλτρων, των ξορκιών και των ξωτικών, η εποχή των ασκητών, η εποχή των ακριτών. Ζούμε πλέον στην εποχή της ταχύτητας και του αυτοματισμού. Όλα όσα έκαναν στο παρελθόν κάποιοι ήρωες, τα κάνουν σήμερα οι μηχανές. Ο ηρωισμός φαίνεται πως δεν έχει θέση στη ζωή μας. Η μηχανή τον έχει εκτοπίσει. Φαίνεται πως το είχε διαισθανθεί ο αρχαίος Σπαρτιάτης, που όταν έμαθε πως ο Φίλιππος εξόπλισε τους στρατιώτες του με τη σάρισσα (δόρυ μήκους 7 μέτρων) είπε: «Όλωλεν ανδρός αρετά». Χάθηκε η παλικαριά του ανθρώπου. Γιατί τώρα πια δε θα πολεμούν οι άνδρες, αλλά τα δόρατα.

Άραγε, στην εποχή μας, δεν υπάρχουν ήρωες; Για ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό πρέπει να εννοιολογήσουμε τον όρο ηρωισμός. Πρέπει πρώτα-πρώτα να τονιστεί πως κάθε εποχή έχει τα δικά της κριτήρια για να χαρακτηρίσει κάποιον ήρωα. Υπάρχουν, όμως, και κάποιες ιδιότητες που συγκινούν πάντοτε. Η γενναιότητα, η αυτοθυσία, η τιμιότητα, η καλοσύνη, η ανθρωπιά είναι μερικές από τις ιδιότητες αυτές. Αυτό δε σημαίνει πως όποιος έχει τα χαρίσματα αυτά είναι ήρωας. Οι ήρωες δε γεννιούνται, γίνονται. Όλοι οι άνθρωποι είναι «δυνάμει» ήρωες, αλλά για να φανεί ο ηρωισμός τους χρειάζεται να βρεθούν σε δύσκολες ή κρίσιμες κοινωνικές, πολιτικές, ή εθνικές καταστάσεις. Ούτε πάλι ο ηρωισμός είναι κάτι που προγραμματίζεται. Βέβαια, οι λαοί, για να ζήσουν, χρειάζονται ινδάλματα και γι’ αυτό, όταν δεν υπάρχουν ήρωες, είμαστε υποχρεωμένοι να τους ανακαλύψουμε ή να τους κατασκευάσουμε.

Η εποχή μας προβάλλει τους «κατασκευασμένους» ήρωες αλλ’ αυτό δε σημαίνει πως δεν έχει ήρωες. Γιατί ηρωισμός είναι το να είναι κανείς ήρωας κι όχι το να φαίνεται ήρωας. Κι ακόμη μεγαλύτερος ηρωισμός είναι το να είναι κανείς ήρωας και να μην το δείχνει. Από την άποψη αυτή ήρωας είναι ο απλός άνθρωπος, που μοχθεί για να βγάλει το ψωμί του, χωρίς να καταφεύγει σε αθέμιτους τρόπους πλουτισμού. Ό,τι είναι το αίμα αυτών που αγωνίστηκαν κι έπεσαν για ένα ιδανικό είναι και ο ιδρώτας αυτών που μοχθούν καθημερινώς για τον επιούσιο. Είναι ο ηρωισμός της καθημερινότητας, που γίνεται ακόμη πιο μεγάλος όταν ο άνθρωπος ασυμβίβαστος συνεχίζει να είναι ήρωας, ακολουθώντας το δρόμο του σκληρού μόχθου.

Με την έννοια που δώσαμε παραπάνω μπορούμε και στην εποχή μας να βρούμε πάρα πολλούς ήρωες. Σε μια πόλη σαν την Αθήνα που την πνίγει το νέφος, ηρωισμός είναι και το να ζεις ακόμη σ’ αυτή. Σε μια εποχή νεοπλουτική, όπου και το πνεύμα αγοράζεται, ηρωισμός για τον πνευματικό άνθρωπο είναι ν’ αγαπά τη μοναξιά και την πείνα του. Ήρωας είναι η μάνα που σ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες ξέρει να τα φέρνει «βόλτα», ήρωας είναι ο πατέρας, που κόβει τον καφέ και το τσιγάρο, επειδή τάχα «του το σύστησε ο γιατρός», ενώ στην πραγματικότητα θέλησε ν’ ανταποκριθεί στα έξοδα των σπουδών του παιδιού του, ήρωας είναι και το παιδί που καθηλώνεται για ένα και δύο και τρία χρόνια στην καρέκλα, σαν τον ανάπηρο στο αναπηρικό καροτσάκι, για να μπορέσει να πετύχει σε μια ανώτατη σχολή. Κι ακόμη στην εποχή του πλαστικού, των πλαστικών εγχειρήσεων και των πλαστικών συνειδήσεων, ηρωισμός είναι το να θέλει κανείς να μείνει τίμιος και να το μπορεί. Ήρωας είναι κι όποιος μπορεί ν’ αντιστέκεται στους διάφορους συρμούς ή στις εύκολες προκλήσεις του καιρού. Αυτός που μένει πιστός στον εαυτό του και δεν τον ψευτίζει.

Είναι δύσκολο σε μια εποχή θορύβου ν’ αναγνωρίσει κανείς τους σημερινούς ήρωες. Γιατί ο ήρωας δε θέλει να προβληθεί, δε θέλει τα φώτα της δημοσιότητας, γιατί έχει το φως μέσα του. Ο πραγματικός ήρωας προσπαθεί να κρατηθεί μακριά από την αλαζονεία, διατηρεί τη μετριοφροσύνη του κι ανησυχεί μήπως μεγαλοποιείται η αξία του. Μένει απαρατήρητος μέσα στη απλότητά του.

Υπάρχει, βέβαια, μια διαφορά ως προς την αντίληψη που είχανε παλιά και στις αντιλήψεις που έχουμε εμείς για τον ηρωισμό. Αναμφίβολα, με το πέρασμα των καιρών κάθε κοινωνία μεταβάλλεται άλλοτε προς το καλύτερο, άλλοτε προς το χειρότερο. Σήμερα οι αξίες και τα ιδανικά διέρχονται κρίση. Για να φθάσεις τα σύγχρονα «ιδανικά» δε χρειάζεται να υψωθείς αλλά να σκύψεις. Όχι να προχωρήσεις αλλά να οπισθοχωρήσεις. Καταχωνιάζονται οι αγωνιστές και κυριαρχούν οι αυθάδεις, οι «μαχητές της πολυθρόνας», οι «ήρωες των συνεδρίων», οι «ήρωες του εξώστη». Σήμερα το γεγονός ότι κάποιος παρέδωσε ένα πορτοφόλι γεμάτο χρήματα γίνεται είδηση στις εφημερίδες. Κάποτε κάτι τέτοιο θεωρούνταν πολύ φυσικό. Σήμερα το γεγονός ότι ένας (μόνο ένας) αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού έκανε το καθήκον του, καλύπτοντας με το σώμα του το επιβατικό κοινό από τις σφαίρες των τρομοκρατών, θεωρήθηκε -κι όντως είναι- πράξη ηρωισμού, ενώ κάποτε κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ φυσικό για κάθε Έλληνα αξιωματικό. Σήμερα θεωρείται φυσικό να παραδίδεις το όπλο σου στην απειλή τού κάθε τρομοκράτη. Μια και ο κόσμος μας έγινε μικρός, είναι εύκολο να γίνει κανείς μεγάλος.

Κάποτε οι ήρωες πολεμούσαν για τους ανθρώπους. Οι ήρωες της εποχής μας πολεμούν για να σώσουν την ανθρωπιά. Το να βοηθήσει κανείς κάποιον που βρίσκεται σε κίνδυνο -την ώρα που οι πολλοί κάνουν πως δε βλέπουν ή δεν ακούν— δεν είναι ότι σώζεις το συγκεκριμένο άνθρωπο αλλά τον άνθρωπο που φέρεις μέσα σου. Το ότι ένας άνθρωπος μπορεί να εγκαταλείψει την πατρίδα και την οικογένεια του, για να βοηθήσει, για παράδειγμα, τους κατοίκους της Αφρικανικής ηπείρου που πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα και τις αρρώστιες, είναι στην πραγματικότητα ηρωισμός. Θα βρεθούν όμως οι πολλοί, που θα χαρακτηρίσουν μια τέτοια στάση σαν τρέλα. Φαίνεται πως για να είναι ήρωας κανείς στον καιρό μας πρέπει να είναι τρελός.

Οι «γνωστικοί» έχουν άλλους ήρωες, άλλα ινδάλματα. Είναι οι αθλητές και κάποιοι καλλιτέχνες που κάνουν τα πλήθη να παραληρούν. Όμως, αυτό δεν είναι φαινόμενο μόνο της εποχής μας. Ευτυχώς υπήρξε η Ρώμη της παρακμής και της χλιδής, για να βρίσκουμε αντιστοιχίες. Στην αρχαία Ρώμη το πλήθος λάτρευε τους μονομάχους. Το ίδιο κι εμείς. Αν πάει κανείς στο γήπεδο δεν είναι λίγες οι φορές που θ’ ακούσει τους φιλάθλους ν’ αποκαλούν «εν χορώ» μιαν ομάδα «θεό» τους και τους παίκτες «ήρωες», «γίγαντες», «θηρία». Φαίνεται πως η μοντέρνα αντίληψη περί θρησκείας και ηρωισμού έχει σχέση με τη θηριωδία. Κι είναι εύλογο ν’ αναρωτιέται ένας αμύητος, αν πράγματι αυτοί που σχίζουν τα ρούχα τους, που τρώνε το καπέλο τους (μοντέρνα έκδοση της «θεοφαγίας»;), που δέρνονται κατά τη διάρκεια του αγώνα, που βάζουν φωτιά μετά τον αγώνα, που κάνουν «θεό» μια ομάδα, αυτοί όλοι οι παθιασμένοι και παθημένοι, ποιαν άραγε εκτίμηση να έχουν για τον Κανάρη, που έβαλε φωτιά στην τουρκική ναυαρχίδα ή για το μάρτυρα που έγινε ανάλωμα της φωτιάς για να μην αρνηθεί το Θεό του; Κάποιος σαρκαστικός παρατηρητής θα έλεγε ίσως, πως, όπως έχουν τα πράγματα, είναι ηρωισμός το να ξέρει κανείς σήμερα ποιος ήταν ο Κανάρης.

Αλλά ας μη μας παρασύρουν οι θορυβώδεις εκδηλώσεις σε πεσιμιστικές εκτιμήσεις. Υπάρχουν ήρωες στην εποχή μας, που ωστόσο δεν έχουν αναγνωριστεί ως ήρωες. Εξάλλου οι αναγνωρίσεις είναι γι’ αυτούς που τις έχουν ανάγκη. Στα χρόνια μας «οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά», όπως λέει στον «Τελευταίο σταθμό» ο Σεφέρης. Για να φανούν, πρέπει να καούν, όπως ο «Καιόμενος» του Τάκη Σινόπουλου. Κι είναι πολλοί αυτοί που αποφασίζουν να καούν, γιατί ξέρουν, όπως λέει ο μεγάλος Τούρκος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ, ότι «αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, ποιος τότε θα γίνει φως για τον κόσμο;»

Αλλά δεν είναι πάντα εμφανής ο ήρωας. Στην εποχή μας ο ηρωισμός ξεντύθηκε το ένδυμα της λαμπρότητας και φόρεσε το ένδυμα της καθημερινότητας, τη φόρμα του εργάτη, την ποδιά της νοικοκυράς, τα γυαλιά με τους χοντρούς φακούς του επιστήμονα, τη στολή του στρατιώτη που κρατάει τ’ όπλο κι ονειρεύεται την ειρήνη, τη «νιτσεράδα» του ναυτικού μας που διασχίζει τον αγριεμένο ωκεανό, που επισκέπτεται χώρες μαγικές κι εκείνος νοσταλγεί το ξερό νησί του. Ήρωες είναι αυτοί που αποφεύγουν τα «στραβοπατήματα» που θα «ίσιωναν» τη ζωή τους, ήρωες είναι οι φτωχοί που δεν κλέβουν, ήρωες είναι αυτοί που πονούν και δεν κλαίνε, ήρωες κι αυτοί που κλαίνε, όταν βλέπουν τους άλλους και πονάνε ή πεινάνε. Όλοι αυτοί είναι ήρωες αλλά μένουν αφανείς, γιατί δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα ζωής που η διαφήμιση μας επιβάλλει.

Τα παραμύθια της γιαγιάς μιλούσαν για ιππότες, για γενναία παλικάρια, αλλά και για ταπεινούς, απλούς, καλόκαρδους ανθρώπους, που με το δικό τους τρόπο σκόρπιζαν γύρω τους το καλό. Όμως στη θύμηση των παιδιών μένουν πάντα τα θαυμαστά κατορθώματα κι όχι οι ταπεινές, απλές, ανθρώπινες πράξεις. Σήμερα ζούμε σε κάποιους ιδιότροπους καιρούς, που δεν αναγνωρίζουν τον πραγματικό ηρωισμό. Για ν’ ανορθωθεί ηθικά ο κόσμος, θα χρειαστούν θυσίες μεγάλες. Αν, όμως, γίνουμε όλοι σε μικρό βαθμό ήρωες, έτσι που να τολμάμε να λέμε ένα «παρών», τότε δε θα χρειάζονται οι μεγάλοι ήρωες, που θυσιάζονται για να κάνουν αυτό που δεν τολμούν να κάνουν οι άλλοι. Και τότε η ζωή μας θα κλείνει, όπως το παραμύθι της γιαγιάς: εμείς θα ζήσουμε καλά και τα παιδιά μας καλύτερα.

Από το βιβλίο του Σαράντου Ι. Καργάκου: «Προβληματισμοί – ένας διάλογος με τους νέους.» Τόμος Ε΄, Gutenberg – Αθήνα, 1997, 30 Σεπτεμβρίου 1988.

Πηγή